Μια καινοτόμος θεραπεία – που βασίζεται σε τροποποιημένα κύτταρα από τον μυελό των οστών των ίδιων των ασθενών – μείωσε κατά 94% τα κατάγματα σε γυναίκες με οστεοπόρωση. Σε αντίθεση με τις τρέχουσες θεραπείες που απλώς επιβραδύνουν την οστική απώλεια, η νέα επαναστατική προσέγγιση αντιστρέφει την πάθηση με ενεργή αναδόμηση των οστών, βελτιώνοντας την πυκνότητα και τη δομή τους.
Επίσης όλες οι σημερινές φαρμακευτικές θεραπείες από τη στιγμή της έναρξης τους πρέπει να λαμβάνονται σε όλη την υπόλοιπη ζωή μιας γυναίκας. Με τη συγκεκριμένη θεραπεία, δέκα γυναίκες με προχωρημένη οστεοπόρωση έλαβαν μία και μόνο έγχυση κυττάρων από τον δικό τους μυελό των οστών. Στα δύο χρόνια που ακολούθησαν, τα κατάγματα σε ολόκληρη την ομάδα μειώθηκαν από οκτώ τον χρόνο σε ένα ανά δύο χρόνια.
Ένας σκελετός που χάνει συνεχώς έδαφος
Τα οστά δεν είναι ολοκληρωμένες και αμετάβλητες δομές. Δύο ομάδες εξειδικευμένων κυττάρων τα αποδομούν και τα αναδομούν καθημερινά, σε όλη τη διάρκεια της ζωής ενός ανθρώπου. Η μία ομάδα διαλύει το παλιό οστό, ενώ η άλλη δημιουργεί νέο. Σε έναν υγιή ενήλικα, οι δύο αυτές διαδικασίες παραμένουν σε ισορροπία.
Η εμμηνόπαυση διαταράσσει αυτή την ισορροπία. Η απώλεια των οιστρογόνων επιτρέπει στην ομάδα που αποδομεί τα οστά να ξεπεράσει εκείνη που τα ανακατασκευάζει.
Πρώτο διαβρώνεται το σπογγώδες εσωτερικό του οστού. Αυτό που απομένει μοιάζει με κυψέλη, της οποίας τα τοιχώματα έχουν γίνει πολύ λεπτά. Εξακολουθεί να αντέχει το βάρος, μέχρι τη στιγμή που μια συνηθισμένη κίνηση θα απαιτήσει λίγο περισσότερα από όσα μπορεί να προσφέρει.
Τα σημερινά φάρμακα επιβραδύνουν την αποδόμηση ή ενισχύουν ελαφρώς τη δράση των κυττάρων που δημιουργούν νέο οστό. Βοηθούν, αλλά συνοδεύονται επίσης από παρενέργειες που συσσωρεύονται με κάθε χρόνο χρήσης. Σχεδόν το ένα τρίτο των γυναικών που θα έπρεπε να τα λαμβάνουν δεν το κάνουν – ένα θεραπευτικό κενό που διευρύνεται εδώ και δεκαετίες.
Ο ρόλος των κυττάρων επιδιόρθωσης
Ο μυελός των οστών περιέχει τα κύτταρα που εξελίσσονται στους «κατασκευαστές» νέου οστού. Τα κύτταρα αυτά αναπτύσσονται εύκολα στο εργαστήριο, γεγονός που τα καθιστά προφανή υποψήφια για την αντιμετώπιση μιας νόσου που χαρακτηρίζεται από ανεπαρκή οστική μάζα. Προηγούμενες προσπάθειες έγχυσής τους στην κυκλοφορία του αίματος, ωστόσο, δεν είχαν αποτέλεσμα.
Όπως αποδείχθηκε, το πρόβλημα αφορούσε την «πλοήγησή» τους μέσα στο σώμα. Τα αιμοφόρα αγγεία στο εσωτερικό του μυελού των οστών διαθέτουν ένα είδος «πύλης» στα τοιχώματά τους και τα κύτταρα μπορούν να περάσουν μόνο εάν φέρουν το κατάλληλο «διαβατήριο».
Τα αιμοποιητικά βλαστοκύτταρα το διαθέτουν από τη φύση τους, γι’ αυτό και η μεταμόσχευση μυελού των οστών μπορεί να λειτουργήσει. Τα κύτταρα επιδιόρθωσης του μυελού, όμως, δεν το έχουν. Επομένως, όταν εγχέονται, κυκλοφορούν μέσα στο σώμα και προσπερνούν τα οστά που τα χρειάζονται.
Η μέθοδος που έλυσε το πρόβλημα
Οι ερευνητές, που δημοσιεύσαν τα στοιχεία στο επιστημονικό περιοδικό Cell, έλυσαν το πρόβλημα με τη βοήθεια ενός σακχάρου. Τα κύτταρα τροποποιήθηκαν ελάχιστα, με την προσθήκη ενός υπολείμματος σακχάρου που τους επιτρέπει να προσκολλώνται στα αιμοφόρα αγγεία, διεγείροντας την ανάπτυξη των οστών.
Ένα μόνο σάκχαρο που λείπει είναι αυτό που διαχωρίζει τα κύτταρα που μπορούν να περάσουν από την «πύλη» από εκείνα που δεν μπορούν. Η σύντομη επεξεργασία των κυττάρων μέσα σε διάλυμα που περιέχει ένα φυσικό ένζυμο και το συγκεκριμένο σάκχαρο συμπληρώνει το απαραίτητο μοτίβο.
Τίποτα στο εσωτερικό του κυττάρου δεν επηρεάζεται και κανένα γονίδιο δεν τροποποιείται. Το πρόσθετο σάκχαρο εξαφανίζεται από μόνο του μέσα σε δύο ημέρες — διάστημα αρκετό ώστε τα κύτταρα να φτάσουν στα οστά και να εγκατασταθούν εκεί.
Εύκολη εφαρμογή, καμιά παρενέργεια
Οι γυναίκες που συμμετείχαν στη μελέτη ήταν ηλικίας 50 έως 75 ετών. Όλες είχαν υποστεί τουλάχιστον ένα κάταγμα και σχεδόν όλες αντιμετώπιζαν υψηλό κίνδυνο να έχουν κι άλλα κατάγματα.
Οι ερευνητές πήραν μυελό από το ισχίο τους και, μέσα σε διάστημα αρκετών εβδομάδων, καλλιέργησαν εκατομμύρια κύτταρα. Στη συνέχεια, τα επεξεργάστηκαν με το σάκχαρο και τα επέστρεψαν στον οργανισμό μέσω ενός απλού ορού στο χέρι. Κάθε γυναίκα επέστρεψε στο σπίτι της την επόμενη ημέρα.
Καμία από τις συμμετέχουσες δεν παρουσίασε αντίδραση στην έγχυση. Σε διάστημα έξι ετών, καμία δεν εμφάνισε οποιαδήποτε άλλη απροσδόκητη πάθηση.
Σχεδόν διπλάσιος οστικός ιστός
Εκτός από τη δραματική μείωση των καταγμάτων, η θεραπεία βελτίωσε και την οστική πυκνότητα. Δείγματα οστού που ελήφθησαν από το ισχίο τέσσερις μήνες μετά την έγχυση περιείχαν σχεδόν διπλάσια ποσότητα οστικού ιστού σε σύγκριση με τα δείγματα που είχαν ληφθεί την ημέρα της θεραπείας.
Λεπτομερείς απεικονιστικές εξετάσεις του καρπού, δύο χρόνια αργότερα, έδειξαν βελτίωση της εσωτερικής δομής των οστών. Οι γυναίκες ανέφεραν επίσης σημαντικά λιγότερο πόνο και αισθητά μικρότερη δυσκολία στις καθημερινές κινήσεις.
Μικρή μελέτη, εντυπωσιακά αποτελέσματα
Βασικός περιορισμός της μελέτης είναι ότι συμμετείχαν μόλις 10 γυναίκες. Παρ’ όλα αυτά, η δοκιμή δείχνει ότι η θεραπεία είχε εντυπωσιακή επίδραση και μάλιστα σε βάθος εξαετίας.
Η έγχυση ελαφρώς τροποποιημένων βλαστοκυττάρων του μυελού των οστών ενδέχεται να αποδειχθεί χρήσιμη και για πολλές άλλες ασθένειες, συμπεριλαμβανομένων παθήσεων που επηρεάζουν ιστούς οι οποίοι θα μπορούσαν να ωφεληθούν από την επιδιόρθωση και την αναγέννηση.