Η γερμανική κυβέρνηση σχεδιάζει να εγκρίνει τη σχεδιαζόμενη μείωση της τιμής της βενζίνης τη Δευτέρα και να τη θέσει σε ισχύ την 1η Οκτωβρίου, δήλωσε εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών.
Το σχετικό νομοσχέδιο οριστικοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου και αναμένεται να εγκριθεί και από τα δύο σώματα του κοινοβουλίου εντός της εβδομάδας, ανέφερε ο εκπρόσωπος.
Η κυβέρνηση δεχόταν πιέσεις να δράσει άμεσα ενόψει των εκλογών που διεξήχθησαν την Κυριακή στο Βερολίνο και στο βορειοανατολικό κρατίδιο του Μεκλεμβούργου-Δυτικής Πομερανίας, όπου το συντηρητικό κόμμα του Καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς υπέστη τη χειρότερη ήττα του σε περιφερειακές εκλογές στη μεταπολεμική Γερμανία.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε την Παρασκευή ότι θα μειώσει τους φόρους στη βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης κατά 0,17 ευρώ (0,20 δολάρια) ανά λίτρο, λίγες ημέρες αφότου ο Μερτς υποσχέθηκε μέτρα ελάφρυνσης για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις που πλήττονται από την εκτίναξη των τιμών των καυσίμων.
Εκπρόσωπος του υπουργείου Οικονομικών δήλωσε, κατά τη διάρκεια της τακτικής κυβερνητικής συνέντευξης Τύπου, ότι στόχος είναι η ανάκτηση των εν λόγω χρημάτων μέσω φόρου στα υπερβολικά κέρδη των ενεργειακών εταιρειών.
Οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης συζήτησαν την Παρασκευή το ενδεχόμενο επιβολής φόρου στα απροσδόκητα κέρδη σε επίπεδο ΕΕ για τις ενεργειακές εταιρείες που επωφελούνται από την άνοδο των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου μετά το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενώ περαιτέρω συνομιλίες αναμένονται τον Οκτώβριο.
Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, από το κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών (που συμμετέχει στον κυβερνητικό συνασπισμό ως ελάσσων εταίρος), έχει ζητήσει επανειλημμένα την επιβολή φόρου στα απροσδόκητα κέρδη, ενώ η υπουργός Οικονομίας Καταρίνα Ράιχε και ο Μερτς, από το συντηρητικό CDU, απέρριψαν την ιδέα.
Η διαφωνία αυτή αναδεικνύει τις αυξανόμενες τριβές μεταξύ των εταίρων του κυβερνητικού συνασπισμού, οι οποίες απειλούν την ατζέντα μεταρρυθμίσεων που αποσκοπεί στην αναζωογόνηση της γερμανικής οικονομίας.
Στα 2,5 δισ. η νέα επιδότηση καυσίμων
Η επιδότηση καυσίμων θα κοστίσει συνολικά στις ομοσπονδιακές και πολιτειακές κυβερνήσεις περίπου 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ.
Οι τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης του πετρελαίου ξεπέρασαν και πάλι το όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι —επίπεδο κατά περίπου 50% υψηλότερο σε σχέση με την περίοδο πριν από τον πόλεμο στο Ιράν— καθώς οι κλιμακούμενες επιθέσεις στη Μέση Ανατολή απειλούν περισσότερες οδούς εφοδιασμού. Οι αγορές παραγώγων υποδεικνύουν ότι οι επενδυτές δεν αναμένουν πτώση των τιμών στο άμεσο μέλλον.
Καθώς η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή δεν παρουσιάζει σημάδια αποκλιμάκωσης, η γερμανική κυβέρνηση αναγκάστηκε να δρομολογήσει πρόσθετα μέτρα στήριξης για τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, στην προσπάθειά της να περιορίσει τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης και την άνοδο της ακροδεξιάς.
Τον Απρίλιο, η Γερμανία ενέκρινε ένα αφορολόγητο επίδομα ανακούφισης ύψους έως 1.000 ευρώ για τους εργαζόμενους, καθώς και έκπτωση στα καύσιμα για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο, στο πλαίσιο ενός πακέτου μέτρων για την άμβλυνση των επιπτώσεων από τις αυξημένες τιμές της βενζίνης.
Το κόστος του μέτρου ελάφρυνσης του κόστους καυσίμων για καταναλωτές και επιχειρήσεις ανήλθε στα 1,6 δισ. ευρώ και, κατά τη διάρκεια του διμήνου εφαρμογής του, ο πληθωρισμός υποχώρησε.
Ωστόσο, ο πληθωρισμός σημείωσε εκ νέου άνοδο τον Ιούλιο μετά τη λήξη του κυβερνητικού μέτρου επιδότησης, με τον πληθωρισμό στον τομέα της ενέργειας να σκαρφαλώνει στο 8,3% από 3,4% τον προηγούμενο μήνα.