Την ίδια ώρα, ένα παράδοξο φαινόμενο καταγράφεται το χρηματιστήριο του Ισραήλ καταγράφει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα.
Ο βασικός δείκτης του Χρηματιστηρίου του Τελ Αβίβ (Tel Aviv Stock Exchange) TA-125 γνώρισε ένα «πολεμικό ράλι», με κέρδη που προσέγγισαν το +4,5% στο αρχικό στάδιο της σύγκρουσης και τον δείκτη σε ιστορικά υψηλά στις αρχές Μαρτίου. Στη συνέχεια ο δείκτης διόρθωσε, διαγράφοντας το μεγαλύτερο μέρος των κερδών του. Ωστόσο, σε σχέση με την έναρξη της σύγκρουσης, οι αποδόσεις παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανθεκτικές.
Την ίδια στιγμή, η σχετική επίδοση παραμένει εντυπωσιακή: από τις αρχές του έτους, το ισραηλινό χρηματιστήριο έχει σημειώσει άνοδο περίπου 7,5%, την ώρα που ο S&P 500 υποχωρεί -2% έως -4,5% την ίδια περίοδο και ο Nasdaq -5% έως -7%.
«Η αγορά προεξοφλεί τη νίκη»
Οι επενδυτές φαίνεται να προεξοφλούν ένα «σενάριο νίκης» (“win scenario”), σύμφωνα με τον Σαρλ Ενρί Μονσό (Charles-Henry Monchau), επικεφαλής επενδύσεων (Chief Investment Officer) τoυ ελβετικού επενδυτικού ομίλου Σιζ (Syz Group).
Ο Σαρλ Ενρί Μονσό, είναι μέλος της εκτελεστικής επιτροπής του Syz Group, έχει διατελέσει σε ηγετικούς ρόλους σε διεθνείς χρηματοοικονομικούς οργανισμούς και είναι γνωστός για την ανάλυσή του σε μακροοικονομικές τάσεις και γεωπολιτικούς κινδύνους. Ο ελβετικός τραπεζικός και επενδυτικός όμιλος Σιζ διαχειρίζεται κεφάλαια άνω των 30 δισεκατομμυρίων φράγκων.
Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο newmoney, o Σαρλ Ενρί Μονσό εξηγεί ότι το «σενάριο νίκης» προβλέπει ότι η σύγκρουση οδηγεί σε μείωση της στρατηγικής απειλής που αντιμετωπίζει το Ισραήλ, ιδιαίτερα σε σχέση με το Ιράν και το δίκτυο των περιφερειακών συμμάχων του.
Η αγορά, δηλαδή, δεν αγνοεί τον πόλεμο. Αντίθετα, τον ενσωματώνει ως πιθανό καταλύτη για τη μείωση του γεωπολιτικού ρίσκου μακροπρόθεσμα.
Η εξασθένηση της επιρροής του Ιράν σε περιοχές όπως ο Λίβανος, η Συρία και η Γάζα, σε συνδυασμό με τις επιθέσεις κατά του πυρηνικού του προγράμματος, έχουν ενισχύσει την αντίληψη ότι το Ισραήλ μπορεί να εξέλθει από τη σύγκρουση με ισχυρότερη στρατηγική θέση.
«Αυτό που φαίνεται παράδοξο εξωτερικά —μια αγορά μετοχών που εκτοξεύεται κατά τη διάρκεια ενεργού σύγκρουσης— είναι στην πραγματικότητα προϊόν σύγκλισης διαρθρωτικών, τομεακών, γεωπολιτικών και μικροδομικών παραγόντων της αγοράς, οι οποίοι είναι ατομικά επιτακτικοί και συλλογικά ισχυροί» μας είπε.
«Οι επενδυτές φαίνεται να πιστεύουν ότι εάν το Ισραήλ κερδίσει, η αβεβαιότητα στην αγορά θα μειωθεί και θα είναι ωφέλιμη για το Ισραήλ — η άνοδος του TASE αντανακλά την πεποίθηση ότι ο πόλεμος θα έχει θετικό αντίκτυπο στο ασφάλιστρο κινδύνου του Ισραήλ.
Πορεία δεικτών χρηματιστηρίων μετά την έναρξη του πολέμου στη Μέση Ανατολή – Οι αποδόσεις αφορούν την περίοδο μεταξύ 27 Φεβρουαρίου και 23 Μαρτίου 2026 © Σαρλ Ενρί Μονσό, επικεφαλής επενδύσεων τoυ ελβετικού επενδυτικού ομίλου Syz Group
Αυτό δεν είναι “τυφλή αισιοδοξία”. Τα στρατιωτικά επιτεύγματα του Ισραήλ κατά του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν — παράλληλα με τους ήδη αποδυναμωμένους Ιρανούς πληρεξουσίους στον Λίβανο, τη Συρία και τη Γάζα — μείωσαν την αντίληψη της αγοράς για τους κινδύνους για την ασφάλεια και την οικονομία του Ισραήλ.»
Τι βλέπουν οι επενδυτές
Σε αντίθεση με την αντίδραση μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 — όταν η αγορά κατέρρευσε κατά περίπου 23% σε έναν μήνα — σήμερα οι επενδυτές εμφανίζονται πιο ψύχραιμοι. Η βασική διαφορά είναι ότι έχουν αναθεωρήσει την εκτίμησή τους για την αποτελεσματικότητα του ισραηλινού στρατού και θεωρούν πιθανότερο ένα γρήγορο και αποφασιστικό αποτέλεσμα. Ένα από τα πιο εντυπωσιακά σημάδια αυτής της εμπιστοσύνης είναι η πορεία του νομίσματος: το ισραηλινό σέκελ έχει ενισχυθεί κατά σχεδόν 7% έναντι του δολαρίου μετά την έναρξη της σύγκρουσης.
«Ένα ενισχυμένο νόμισμα κατά τη διάρκεια ενεργού στρατιωτικής σύγκρουσης είναι σχεδόν άνευ προηγουμένου στη σύγχρονη εποχή και αντανακλά εισροές κεφαλαίων, όχι φυγή» σημειώνει ο Μονσό.
Παράλληλα, ο ΟΟΣΑ προβλέπει ανάπτυξη της ισραηλινής οικονομίας κοντά στο 4,9% για το 2026, στοιχείο που οι αγορές φαίνεται να προεξοφλούν ήδη.
Η δύναμη του φυσικού αερίου και των τραπεζών
Πέρα από τη γεωπολιτική αφήγηση, η άνοδος της αγοράς εξηγείται και από πιο «τεχνικούς» παράγοντες. Ο δείκτης TA-35 έχει έντονη έκθεση στον χρηματοοικονομικό κλάδο: οι τράπεζες αντιστοιχούν περίπου στο 33% του δείκτη, ενώ μαζί με τις ασφαλιστικές φτάνουν το 41%. Συγκριτικά, στον S&P 500 ο αντίστοιχος κλάδος έχει μόλις 13%.
Οι ισραηλινές τράπεζες (κυρίως οι Leumi, Hapoalim, Discount και Mizrahi Tefahot) επωφελούνται από το περιβάλλον υψηλών επιτοκίων, εμφανίζοντας ισχυρή κερδοφορία και αύξηση δανείων κοντά στο 15% ετησίως. Αυτό σημαίνει ότι ολόκληρος ο δείκτης «τραβιέται» προς τα πάνω από έναν κλάδο που βρίσκεται σε φάση ισχύος.
Επίσης, η ενέργεια αποτελεί βασικό πυλώνα του ισραηλινού χρηματιστηρίου. Το Ισραήλ είναι καθαρός εξαγωγέας φυσικού αερίου, με τα κοιτάσματα Λεβιάθαν και Ταμάρ να μην επηρεάζονται από τη σύγκρουση. Αντίθετα, αναμένεται να επωφεληθούν και οι ισραηλινές εταιρείες φυσικού αερίου αναμένεται να παράγουν για πρώτη φορά ποσότητα ρεκόρ φυσικού αερίου, πάνω από 3 δισεκατομμύρια κυβικά πόδια την ημέρα.
Τεχνολογία και άμυνα: οι «μηχανές» της οικονομίας
Μήνυμα Μητσοτάκη σε Ισραήλ: «Δεν θα δεχθούμε διόδια στα στενά του Ορμούζ»
Το Ισραήλ παραμένει μία από τις πιο τεχνολογικά προηγμένες οικονομίες στον κόσμο, με τον τομέα της τεχνολογίας να αντιστοιχεί περίπου στο 20% του ΑΕΠ και στο 56% των εξαγωγών. Οι εταιρείες λογισμικού και κυβερνοασφάλειας έχουν ένα κρίσιμο πλεονέκτημα: τα έσοδά τους προέρχονται κυρίως από το εξωτερικό και σε «σκληρά» νομίσματα όπως το δολάριο και το ευρώ. Αυτό τις καθιστά σχετικά ανθεκτικές σε τοπικές γεωπολιτικές αναταράξεις.
Οι εταιρείες κυβερνοασφάλειας ειδικότερα έχουν ενισχύσει την άνοδο των δεικτών: οι Check Point Software και CyberArk σημείωσαν σημαντική άνοδο το 2025 λόγω της αυξανόμενης παγκόσμιας ζήτησης για ψηφιακή ασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, η πολεμική σύγκρουση λειτουργεί ως επιταχυντής για τον ισραηλινό αμυντικό τομέα. Τεχνολογίες που αναπτύσσονται για στρατιωτική χρήση — από την τεχνητή νοημοσύνη και την αεροναυπηγική έως τα προηγμένα συστήματα επιτήρησης — βρίσκουν εμπορική εφαρμογή, ενισχύοντας τις εξαγωγές.
Ποιοι αγοράζουν Ισραήλ;
«Αυτή είναι η πιο αποκαλυπτική διάσταση, επειδή οι ροές κεφαλαίων αφηγούνται μια σαφή ιστορία με δύο διακριτούς κινητήριους μηχανισμούς» απαντά ο Μονσό. Ξένοι θεσμικοί επενδυτές έχουν επανέλθει δυναμικά στην αγορά, με καθαρές εισροές που συνεχίζονται από το 2025 και μετά. Η συμμετοχή τους στις συναλλαγές έχει αυξηθεί αισθητά, από περίπου 35% πριν από την έναρξη του πολέμου σε 41%-44% κατά τη διάρκεια του πολέμου. Ωστόσο, «οι κύριοι μοχλοί ανάπτυξης παραμένουν οι εγχώριοι θεσμικοί επενδυτές του Ισραήλ και το ισχυρό πλαίσιο αποταμίευσης. Τα τοπικά συνταξιοδοτικά και μακροπρόθεσμα ταμεία αποταμίευσης συνέχισαν να διαθέτουν κεφάλαια ακόμη και σε περιόδους συγκρούσεων» σημειώνει ο Μονσό.
Επίσης, η συμμετοχή των ιδιωτών επενδυτών αυξάνεται ραγδαία: μόνο το 2024 άνοιξαν περίπου 161.000 νέοι επενδυτικοί λογαριασμοί.
Ο ρόλος του νομίσματος και της Παρασκευής
Για τους ξένους επενδυτές, η ανατίμηση του σέκελ αύξησε δραματικά τις αποδόσεις — ένας Αμερικανός που επένδυσε 1.000 δολάρια στον TA-35 την 1η Ιανουαρίου 2025 έχει αποκομίσει 1.700 δολάρια στο τέλος του έτους, απόδοση 72% σε δολάρια έναντι 52% για έναν Ισραηλινό επενδυτή.
Υπάρχουν όμως και λιγότερο προφανείς παράγοντες.
Τον Ιανουάριο του 2026, το χρηματιστήριο του Τελ Αβίβ προχώρησε σε μια ιστορική αλλαγή: υιοθέτησε πλήρως το δυτικό μοντέλο συναλλαγών Δευτέρα–Παρασκευή, εγκαταλείποντας το προηγούμενο σύστημα Κυριακή–Πέμπτη.
Η αλλαγή αυτή αύξησε δραστικά την επικάλυψη με τις αγορές των ΗΠΑ και της Ευρώπης, μειώνοντας τα εμπόδια για τους διεθνείς επενδυτές. Παράλληλα, υπάρχει η προοπτική πιθανής ένταξης του Ισραήλ σε βασικούς ευρωπαϊκούς δείκτες, γεγονός που θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές εισροές κεφαλαίων.
Το ρίσκο παραμένει
Παρά τη θετική εικόνα, η ισορροπία είναι εύθραυστη. Η άνοδος του ισραηλινού χρηματιστηρίου βασίζεται σε μια κρίσιμη υπόθεση: ότι η σύγκρουση θα παραμείνει περιορισμένη και θα οδηγήσει σε στρατηγικό όφελος για τη χώρα.
«Η προειδοποίηση είναι πραγματική: οι αναλυτές προειδοποιούν ότι εάν η σύγκρουση επεκταθεί ή συνεχιστεί, η τρέχουσα αισιοδοξία θα μπορούσε γρήγορα να δώσει τη θέση της στην αστάθεια – και αυτό που είδαμε αρχικά ήταν ευφορία, μια κατάσταση όπου οι επενδυτές εκτιμούν μόνο το καλύτερο σενάριο» προειδοποιεί ο Μονσό.