Στο greek-observatory και τις Ειδήσεις Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

Νύχτα κόλασης στον Κόλπο: Το Ιράν σφυροκοπά Κουβέιτ και Μπαχρέιν – Τραμπ: «Τους διαλύσαμε τα drones, τους έμεινε μόνο το 22% των πυραύλων!»

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για άλλη μια φορά στη δίνη μιας επικίνδυνης στρατιωτικής κλιμάκωσης, με τις πολεμικές εστίες να εξαπλώνονται από τις στρατηγικές θαλάσσιες διόδους των Στενών του Ορμούζ μέχρι τις αστικές και στρατιωτικές υποδομές χωρών του Κόλπου, όπως το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν. Η εύθραυστη σταθερότητα της περιοχής δοκιμάζεται σκληρά, καθώς οι συγκρούσεις ανάμεσα στις αμερικανικές δυνάμεις και το Ιράν λαμβάνουν πλέον τη μορφή ανοιχτού πολέμου φθοράς, παρασύροντας παράλληλα και περιφερειακούς δρώντες. Την ίδια στιγμή, το μέτωπο του Λιβάνου παραμένει ενεργό με φονικές ισραηλινές επιθέσεις, συνθέτοντας ένα σκηνικό γενικευμένης ανάφλεξης που απειλεί την παγκόσμια οικονομία και την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας.

Φλέγεται η Στρατηγική Δίοδος των Στενών του Ορμούζ

Η ένταση χτύπησε κόκκινο στην ευρύτερη θαλάσσια περιοχή των Στενών του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα γεωπολιτικά και οικονομικά σημεία του πλανήτη. Σύμφωνα με επίσημες αναφορές από κρατικά και ημιεπίσημα μέσα ενημέρωσης του Ιράν, οι ένοπλες δυνάμεις της χώρας προχώρησαν σε σειρά προειδοποιητικών πυρών κοντά στη στρατηγικής σημασίας αυτή θαλάσσια δίοδο. Το ημιεπίσημο ιρανικό πρακτορείο ειδήσεων Mehr μετέδωσε ότι οι ιρανικές δυνάμεις πραγματοποίησαν τις στρατιωτικές αυτές ενέργειες το Σάββατο, χαρακτηρίζοντάς τις ως ένα αναγκαίο «προειδοποιητικό μέτρο».

Βάσει των όσων έγιναν γνωστά από το ιρανικό ειδησεογραφικό δίκτυο, η δραστηριότητα αυτή ενδέχεται να συνδέεται άμεσα με την αναδιάταξη και τις πρόσφατες κινήσεις των αμερικανικών πολεμικών πλοίων στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι οι ιρανικές πηγές απέφυγαν να δώσουν στο φως της δημοσιότητας περαιτέρω τεχνικές ή επιχειρησιακές λεπτομέρειες για το συμβάν, διευκρινίστηκε το ακριβές γεωγραφικό στίγμα των επιχειρήσεων. Ο αντικειμενικός στόχος των προειδοποιητικών βολών εντοπίστηκε στη θαλάσσια ζώνη που εκτείνεται πέρα από το νησί Λαράκ. Το συγκεκριμένο μικρό νησί βρίσκεται σε στρατηγική τοποθεσία, ανοιχτά της Μπαντάρ Αμπάς, η οποία αποτελεί ένα από τα πλέον κομβικά και ζωτικής σημασίας λιμάνια της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν στον Περσικό Κόλπο.

Παράλληλα με τις επίσημες ανακοινώσεις, το πρακτορείο Mehr έσπευσε να ξεκαθαρίσει το τοπίο σχετικά με διάφορες φήμες που κατέκλυσαν το διαδίκτυο. Συγκεκριμένα, υπογραμμίστηκε ότι οι πληροφορίες που κυκλοφόρησαν ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έκαναν λόγο για επικείμενη ή πραγματοποιηθείσα στρατιωτική επίθεση εναντίον της ίδιας της πόλης Μπαντάρ Αμπάς ήταν παντελώς αβάσιμες και δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.

Ωστόσο, η κινητικότητα της Τεχεράνης δεν περιορίστηκε εκεί. Διεθνή μέσα ενημέρωσης, επικαλούμενα ανώτατο Αμερικανό αξιωματούχο, μετέδωσαν ότι το Ιράν προχώρησε στην εκτόξευση πολλαπλών μη επανδρωμένων αεροσκαφών με κατεύθυνση την περιοχή των Στενών του Ορμούζ. Επιπλέον, η ιρανική πλευρά υποστήριξε ότι τις προηγούμενες ώρες είχε εξαπολύσει «προειδοποιητικά» πυρά με πυραύλους εναντίον δύο αμερικανικών πολεμικών πλοίων που έπλεαν στη Θάλασσα του Ομάν, έναν ισχυρισμό όμως που η Ουάσιγκτον έσπευσε να διαψεύσει κατηγορηματικά, χαρακτηρίζοντάς τον αναληθή.

Η Απάντηση της CENTCOM και τα Αμερικανικά Αντίποινα

Η αντίδραση της Ουάσιγκτον στις ιρανικές προκλήσεις ήταν άμεση και σφοδρή, αντανακλώντας την αποφασιστικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών να διατηρήσουν ανοιχτές τις γραμμές του διεθνούς εμπορίου. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), η οποία είναι αρμόδια για τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Μέση Ανατολή, ανακοίνωσε επίσημα ότι οι αμερικανικές δυνάμεις στην περιοχή εντόπισαν και κατέρριψαν τέσσερα ιρανικά μη επανδρωμένα αεροσκάφη αυτοκτονίας (drones).

Σύμφωνα με το σκεπτικό της αμερικανικής στρατιωτικής ηγεσίας, όπως αυτό διατυπώθηκε στη σχετική ανακοίνωση, τα συγκεκριμένα drones είχαν εξαπολυθεί προς την κατεύθυνση των Στενών του Ορμούζ και θεωρήθηκε ότι συνιστούσαν άμεση και σοβαρή απειλή για την ασφάλεια της πολιτικής ναυσιπλοΐας, της εμπορικής κίνησης και των πληρωμάτων των πλοίων που δραστηριοποιούνται στην περιοχή του Κόλπου.

Η αμερικανική απάντηση, ωστόσο, δεν σταμάτησε στην παθητική αναχαίτιση των εναέριων απειλών. Στο πλαίσιο αυτού που η Ουάσιγκτον χαρακτήρισε ως ενέργεια «νόμιμης άμυνας», οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν αμέσως μετά σε στοχευμένα αεροπορικά πλήγματα εναντίον επίγειων στρατιωτικών εγκαταστάσεων στο ιρανικό έδαφος. Οι στόχοι που επλήγησαν ήταν παράκτιοι σταθμοί ραντάρ και υποδομές επιτήρησης, οι οποίες χρησιμοποιούνταν από την Τεχεράνη για τον έλεγχο των στενών.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι το νησί Κεσμ είχε βρεθεί στο στόχαστρο των αμερικανικών αεροπορικών δυνάμεων και κατά τη διάρκεια της περασμένης εβδομάδας, με παρόμοια πλήγματα να αναφέρονται το βράδυ της Τρίτης.

Σε επίσημη ανάρτησή της στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης Χ, η CENTCOM ήταν σαφής: «Τα drones αποτελούσαν άμεση απειλή για την περιφερειακή θαλάσσια κυκλοφορία. Οι αμερικανικές δυνάμεις έπληξαν στη συνέχεια ιρανικά παράκτια ραντάρ επιτήρησης στο Γκορούκ και στο νησί Κεσμ, προκειμένου να αποτρέψουν περαιτέρω επιθέσεις». Η στρατιωτική διοίκηση των ΗΠΑ συμπλήρωσε με νόημα ότι το προσωπικό της παραμένει σε κατάσταση υψίστης επιφυλακής και είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμο να απαντήσει δυναμικά σε οποιαδήποτε «αδικαιολόγητη ιρανική επιθετικότητα».

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά σποραδικών αλλά ιδιαίτερα αιματηρών εχθροπραξιών που καταγράφονται στον Κόλπο. Παρά το γεγονός ότι θεωρητικά βρίσκεται σε ισχύ μια συμφωνία κατάπαυσης του πυρός ανάμεσα στις δύο πλευρές, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν διεξαγάγει και στις αρχές της ίδιας εβδομάδας επιθέσεις εντός του ιρανικού εδάφους, ως αντίποινα για προγενέστερα χτυπήματα που είχε εξαπολύσει η Τεχεράνη κατά δυτικών συμφερόντων.

Νύχτα Κόλασης σε Κουβέιτ και Μπαχρέιν

Η ιρανική απάντηση στα αμερικανικά πλήγματα κατά των συστημάτων ραντάρ δεν άργησε να εκδηλωθεί, και αυτή τη φορά μεταφέρθηκε στο έδαφος γειτονικών κρατών που φιλοξενούν αμερικανικές υποδομές ή θεωρούνται σύμμαχοι της Δύσης. Το βράδυ της Παρασκευής προς ξημερώματα Σαββάτου (06.06.2026) μετατράπηκε σε μια πραγματική νύχτα κόλασης για το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν, καθώς οι δύο χώρες του Κόλπου έγιναν στόχος συντονισμένων επιθέσεων.

Οι Φρουροί της Επανάστασης –ο ιδεολογικός και πανίσχυρος στρατός της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν– ανέλαβαν την ευθύνη για τις επιθέσεις, ανακοινώνοντας μέσω των κρατικών ραδιοτηλεοπτικών μέσων του IRIB ότι στοχοποίησαν «εχθρικές βάσεις» στην περιοχή. Παράλληλα, εξέδωσαν αυστηρή προειδοποίηση προς την Ουάσιγκτον και τους συμμάχους της, ξεκαθαρίζοντας ότι θα ακολουθήσουν νέα, ακόμα πιο σφοδρά πλήγματα σε περίπτωση που οι ΗΠΑ επιλέξουν να επιτεθούν ξανά σε ιρανικά εδάφη.

Στο Κουβέιτ, η κατάσταση υπήρξε ιδιαίτερα δραματική. Τα συστήματα αντιαεροπορικής άμυνας της χώρας τεθήκαν σε πλήρη λειτουργία προκειμένου να αναχαιτίσουν ένα κύμα εχθρικών πυραύλων και drones. Το χτύπημα αυτό σημειώθηκε μόλις τρεις ημέρες μετά την προηγούμενη σοβαρή επίθεση που είχε δεχθεί το κύριο διεθνές αεροδρόμιο της χώρας. Το Γενικό Επιτελείο των Ενόπλων Δυνάμεων του Κουβέιτ, μέσω επίσημης ενημέρωσης στην πλατφόρμα Χ, επιβεβαίωσε το γεγονός αναφέροντας: «Η αντιαεροπορική άμυνα του Κουβέιτ αντιμετωπίζει αυτή την ώρα επιθέσεις που διεξάγονται με εχθρικούς πυραύλους και drones». Οι στρατιωτικές αρχές κάλεσαν τους πολίτες να μην πανικοβάλλονται, διευκρινίζοντας ότι οι ισχυροί κρότοι που ακούγονταν σε πολλές περιοχές ήταν το αποτέλεσμα των επιτυχών αναχαιτίσεων στον αέρα. Ανταποκριτές του Γαλλικού Πρακτορεύματος Ειδήσεων (AFP) επιβεβαίωσαν ότι σειρά από συνεχείς εκρήξεις συγκλόνισε τις περιοχές γύρω από το διεθνές αεροδρόμιο του Κουβέιτ νωρίς το πρωί.

Σχεδόν ταυτόχρονα, το σκηνικό του πολέμου μεταφέρθηκε και στο Μπαχρέιν. Οι αρχές της χώρας ανακοίνωσαν ότι δέχονταν και εκείνες συνδυασμένη επίθεση από το Ιράν με drones και πυραύλους, ως άμεση απάντηση της Τεχεράνης στις αμερικανικές επιχειρήσεις. Στην πρωτεύουσα Μανάμα, οι σειρήνες της αεράμυνας ήχησαν μέσα στη νύχτα, σκορπίζοντας τον τρόμο στον αστικό πληθυσμό. Το Υπουργείο Εσωτερικών του Μπαχρέιν εξέδωσε επείγουσα σύσταση μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης: «Ήχησε η σειρήνα. Απευθύνουμε σύσταση στους πολίτες και τους κατοίκους να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και να κατευθυνθούν στο κοντινότερο ασφαλές σημείο». Ανταποκριτές του AFP μετέδωσαν ότι οι εκρήξεις που συγκλόνισαν τη Μανάμα έμοιαζαν να προέρχονται από τη δράση των συστημάτων αεράμυνας που προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν τα ιρανικά βλήματα.

Σύμφωνα με την επίσημη αποτίμηση της CENTCOM, η ιρανική πλευρά εκτόξευσε συνολικά επτά βαλλιστικούς πυραύλους με κατεύθυνση το Κουβέιτ και το Μπαχρέιν. Ωστόσο, η αμερικανική στρατιωτική διοίκηση εμφανίστηκε καθησυχαστική όσον αφορά τα αποτελέσματα της επίθεσης, διαβεβαιώνοντας ότι οι αμυντικές υποδομές λειτούργησαν αποτελεσματικά. Βάσει των πρώτων εκτιμήσεων, οι έξι από τους πυραύλους αναχαιτίστηκαν επιτυχώς από την αντιαεροπορική άμυνα, ενώ ο έβδομος απέτυχε να προσεγγίσει τον προκαθορισμένο στόχο του και κατέπεσε χωρίς να προκαλέσει ζημιές. Η CENTCOM ξεκαθάρισε επίσης ότι δεν υπήρξε καμία αναφορά για τραυματισμούς στρατιωτικού ή πολιτικού προσωπικού, ενώ διέψευσε κατηγορηματικά τις πληροφορίες που ήθελαν να έχουν υποστεί πλήγματα οι αμερικανικές στρατιωτικές υποδομές που σταθμεύουν στο έδαφος του Μπαχρέιν.

Η Στρατηγική Τραμπ και η Αποτίμηση των Στρατιωτικών Απωλειών

Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό κλίμα, ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, παραχώρησε μια άκρως αποκαλυπτική συνέντευξη στο τηλεοπτικό δίκτυο NBC News, κατά την οποία υπεραμύνθηκε με σθένος της στρατηγικής που ακολουθεί έναντι της Τεχεράνης. Ο Αμερικανός ηγέτης βρέθηκε αντιμέτωπος με έντονες επικρίσεις σχετικά με τη διάρκεια της πολεμικής σύγκρουσης, η οποία συμπληρώνει πλέον τρεις μήνες από την έναρξη των πρώτων συντονισμένων αμερικανικών και ισραηλινών αεροπορικών επιθέσεων, οι οποίες είχαν ξεκινήσει στις 28 Φεβρουαρίου.

Απαντώντας στους επικριτές του, ο Τραμπ απέρριψε τους ισχυρισμούς περί στασιμότητας και υποστήριξε ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις εξελίσσονται με εξαιρετικά γρήγορους ρυθμούς. Η παραδοχή αυτή, ωστόσο, έρχεται σε αντίθεση με τις αρχικές εκτιμήσεις του Λευκού Οίκου, καθώς ο ίδιος ο πρόεδρος είχε αφήσει να εννοηθεί στην αρχή της κρίσης ότι η κατάσταση θα μπορούσε να είχε επιλυθεί μέσα σε ένα διάστημα τεσσάρων έως έξι εβδομάδων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος παραδέχθηκε ανοιχτά ότι μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί καμία συμφωνία, ούτε καν σε προσωρινό ή διπλωματικό επίπεδο, με την ηγεσία της Τεχεράνης. Μάλιστα, σημείωσε ότι οι τελευταίες επιθετικές κινήσεις του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ και οι επιθέσεις κατά των γειτονικών χωρών προκαλούν έντονο σκεπτικισμό στη διεθνή κοινότητα για το αν η ιρανική πολιτική και θρησκευτική ηγεσία επιθυμεί πραγματικά να βρεθεί μια διπλωματική διέξοδος από την κρίση. «Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτούς. Είχαν μεγάλη ανεξαρτησία και για χρόνια αντιμετώπισαν πολύ αδύναμη και αναποτελεσματική ηγεσία από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλες χώρες», σχολίασε ο Τραμπ, αφήνοντας αιχμές για τις προηγούμενες αμερικανικές κυβερνήσεις.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία που παρουσίασε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ σχετικά με το μέγεθος της καταστροφής που έχουν υποστεί οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν. Ο Τραμπ εμφανίστηκε κατηγορηματικός, τονίζοντας ότι το μεγαλύτερο μέρος των εξοπλιστικών υποδομών της χώρας έχει εξουδετερωθεί. «Οι περισσότερες εγκαταστάσεις παραγωγής drones έχουν καταστραφεί, οι περισσότερες θέσεις εκτόξευσης έχουν καταστραφεί και οι περισσότερες περιοχές κατασκευής πυραύλων έχουν καταστραφεί», επέμεινε ο Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος.

Παρά τη διαβεβαίωση αυτή, ο Αμερικανός ηγέτης δεν υποτίμησε τον κίνδυνο, αναγνωρίζοντας ότι η Τεχεράνη εξακολουθεί να διατηρεί υπολογίσιμες επιχειρησιακές δυνατότητες που μπορούν να προκαλέσουν πλήγματα, όπως αποδείχθηκε άλλωστε και από τα γεγονότα στο Κουβέιτ και το Μπαχρέιν. Σύμφωνα με τις τρέχουσες εκτιμήσεις του, το Ιράν έχει πλέον στην κατοχή του μόλις το 21% με 22% του αρχικού αποθέματος πυραύλων που διέθετε πριν από την έναρξη του πολέμου. Ο αριθμός αυτός παρουσιάζει μια μικρή απόκλιση προς τα πάνω σε σχέση με τις δηλώσεις που είχε κάνει ο ίδιος ο Τραμπ στις αρχές Μαΐου, όταν είχε ισχυριστεί ότι στην Τεχεράνη απέμενε μόλις το 18% με 19% των πυραύλων της. «Εξακολουθούν να έχουν δυνατότητες. Έχουν κάποιους πυραύλους, έχουν κάποια drones. Θα έλεγα ότι, ποσοστιαία, έχουν ίσως το 21%-22% των πυραύλων τους. Είναι πολλοί πύραυλοι, αλλά δεν είναι αυτό που είχαν όταν επιτεθήκαμε για πρώτη φορά», ανέφερε αναλυτικά.

Όταν κλήθηκε να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα γιατί το Ιράν αρνείται πεισματικά να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων για την υπογραφή μιας νέας συμφωνίας –παρά το γεγονός ότι ο ίδιος είχε ισχυριστεί στο παρελθόν πως η Τεχεράνη επιθυμεί διακαώς μια συμβιβαστική διευθέτηση– ο Τραμπ απέδωσε τη στάση αυτή σε εσωτερικούς πολιτικούς και ψυχολογικούς παράγοντες της ιρανικής ηγεσίας. Όπως εξήγησε, πρόκειται για μια εξαιρετικά επώδυνη στρατηγική απόφαση για ένα καθεστώς που έχει μάθει να προβάλλει μια εικόνα ισχύος. «Είναι πολύ δύσκολο γι’ αυτούς. Είναι δυνατοί, είναι περήφανοι. Υπάρχουν πράγματα που ποτέ δεν πίστευαν ότι θα χρειαστεί να κάνουν και τώρα θα πρέπει να τα κάνουν. Δεν έχουν άλλη επιλογή», κατέληξε ο Αμερικανός πρόεδρος.

Το Παράλληλο Μέτωπο του Λιβάνου και οι Παράπλευρες Απώλειες

Ενώ τα βλέμματα της διεθνούς κοινότητας είναι στραμμένα στις δραματικές εξελίξεις και τις ανταλλαγές πληγμάτων στον Περσικό Κόλπο, η ευρύτερη περιφερειακή σύγκρουση συνεχίζει να διεκδικεί καθημερινά βαρύ φόρο αίματος σε άλλα μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Η γεωγραφική εγγύτητα και οι συμμαχίες των διαφόρων οργανώσεων με το Ιράν κρατούν την ένταση στα ύψη και στα σύνορα του Ισραήλ με τις γειτονικές χώρες.

Στο πλαίσιο αυτό, το Υπουργείο Υγείας του Λιβάνου προχώρησε σε μια τραγική ανακοίνωση τις πρώτες πρωινές ώρες του Σαββάτου. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία των λιβανικών αρχών, ένα νέο σφοδρό ισραηλινό αεροπορικό πλήγμα που σημειώθηκε στο νότιο τμήμα της χώρας είχε ως αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους πέντε άνθρωποι, ανάμεσά τους μια γυναίκα, αλλά και μάχιμο υγειονομικό προσωπικό.

Το χτύπημα των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων πραγματοποιήθηκε στην πόλη Ζεμπντίν, η οποία υπάγεται διοικητικά στην επαρχία Ναμπάτια του νοτίου Λιβάνου. Το λιβανικό Υπουργείο Υγείας κατήγγειλε με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο την επίθεση, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο γεγονός ότι οι απώλειες περιλαμβάνουν ανθρώπους που πρόσφεραν ανθρωπιστικό έργο. Στην επίσημη ανακοίνωση υπογραμμίστηκε με θλίψη και οργή ότι «διασώστες στο καθήκον έγιναν στόχοι» των ισραηλινών βομβαρδισμών, παραβιάζοντας κάθε έννοια διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου.

Η επίσημη αναφορά των αρχών κατονόμασε συγκεκριμένα ότι ανάμεσα στους πέντε νεκρούς βρισκόταν και ένας διασώστης που ανήκε στην οργάνωση Ρισάλα. Πρόκειται για μια ανθρωπιστική και διασωστική οργάνωση η οποία συνδέεται στενά με το πολιτικό και στρατιωτικό κίνημα Άμαλ. Το κίνημα Άμαλ, υπό την ηγεσία του προέδρου του λιβανικού κοινοβουλίου Ναμπίχ Μπέρι, αποτελεί έναν από τους βασικότερους και ισχυρότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς συμμάχους της σιιτικής οργάνωσης Χεζμπολάχ στον Λίβανο, η οποία με τη σειρά της αποτελεί τον κεντρικό βραχίονα της επιρροής του Ιράν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Εκτός από τους πέντε νεκρούς, το ίδιο αεροπορικό πλήγμα προκάλεσε τον σοβαρό τραυματισμό ακόμα δύο ανθρώπων, εκ των οποίων ο ένας ήταν επίσης διασώστης που επιχειρούσε στο σημείο της καταστροφής.

Οι Επιπτώσεις στην Παγκόσμια Σταθερότητα

Τα αλυσιδωτά αυτά περιστατικά, από τις ναυτικές αψιμαχίες και τις καταρρίψεις drones μέχρι τους πυραυλικούς βομβαρδισμούς πόλεων και τις απώλειες αμάχων, εντείνουν στο κατακόρυφο τις διεθνείς ανησυχίες για τον κίνδυνο μιας ολοκληρωτικής και ανεξέλεγκτης στρατιωτικής ανάφλεξης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή. Η ασφάλεια της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ, η οποία αποτελεί το επίκεντρο της τρέχουσας κρίσης, δεν είναι απλώς ένα τοπικό στρατιωτικό ζήτημα, αλλά μια παράμετρος μείζονος σημασίας για την παγκόσμια οικονομία.

Καθώς η συγκεκριμένη θαλάσσια λωρίδα αποτελεί τον κυριότερο ενεργειακό κόμβο του πλανήτη, μέσω του οποίου διακινείται καθημερινά ένα τεράστιο ποσοστό των παγκόσμιων εξαγωγών αργού πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG), οποιαδήποτε παρατεταμένη στρατιωτική εμπλοκή απειλεί να προκαλέσει σοβαρά σοκ στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις εξελίξεις, καθώς η μετατροπή του Περσικού Κόλπου σε πεδίο μάχης μπορεί να έχει ανυπολόγιστες συνέπειες τόσο για την οικονομική σταθερότητα της Δύσης όσο και για την ίδια την επιβίωση των κρατών της περιοχής.

Tags
Back to top button