Μόλις μία εβδομάδα μετά τη στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ στο Καράκας, η οποία κατέληξε στη σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο, ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συγκάλεσε ευρεία σύσκεψη στον Λευκό Οίκο. Στο επίκεντρο βρέθηκαν κορυφαία στελέχη της παγκόσμιας ενεργειακής βιομηχανίας, τα οποία ο Αμερικανός πρόεδρος προέτρεψε να εκμεταλλευτούν τις νέες συνθήκες και να επενδύσουν στα πλούσια κοιτάσματα της Βενεζουέλας, παρέχοντας τη διαβεβαίωση πως οι κεφαλαιουχικές τους κινήσεις θα είναι «απολύτως ασφαλείς».
Στη συνάντηση συμμετείχαν εκπρόσωποι από τους μεγαλύτερους αμερικανικούς ομίλους, καθώς και στελέχη ευρωπαϊκών εταιρειών, όπως η ιταλική Eni και η ισπανική Repsol. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που διατύπωσε ο Τραμπ, το ενδιαφέρον από την πλευρά των πετρελαϊκών κολοσσών είναι ιδιαίτερα θερμό, με τις προοπτικές επενδύσεων να αγγίζουν το αστρονομικό ποσό των 100 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Εγγυήσεις ασφαλείας και αμερικανική εποπτεία
Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ υποσχέθηκε ένα περιβάλλον μηδενικού ρίσκου για τις δραστηριότητες των εταιρειών. Αν και δεσμεύτηκε για «απόλυτη ασφάλεια», δεν διευκρίνισε τις συγκεκριμένες εγγυήσεις που θα παρασχεθούν, ειδικά από τη στιγμή που έχει ήδη αποκλείσει τη χρήση αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων για τη φύλαξη των ενεργειακών υποδομών της χώρας.
Παράλληλα, ο Ντόναλντ Τραμπ κατέστησε σαφές ότι η διαχείριση του ενεργειακού πλούτου της Βενεζουέλας θα βρίσκεται υπό την άμεση κηδεμονία της Ουάσινγκτον. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, οι εταιρείες θα συνδιαλέγονται αποκλειστικά με την αμερικανική πλευρά και όχι με το Καράκας, υπογραμμίζοντας πως η κυβέρνησή του θα έχει τον τελικό λόγο για το ποιες επιχειρήσεις θα αποκτήσουν πρόσβαση στα αποθέματα της χώρας.
Οι επιφυλάξεις της ExxonMobil και η στάση της Chevron
Παρά το κλίμα αισιοδοξίας που επιχείρησε να καλλιεργήσει ο Λευκός Οίκος, ορισμένοι παίκτες της αγοράς εμφανίστηκαν διστακτικοί. Ο διευθύνων σύμβουλος της ExxonMobil, Ντάρεν Γουντς, υπενθύμισε ότι η εταιρεία έχει υποστεί κατά το παρελθόν δύο φορές κρατικοποιήσεις και κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων στη Βενεζουέλα. Ο ίδιος τόνισε ότι για να αποφασιστεί μια επιστροφή, θα απαιτούνταν ριζικές δομικές αλλαγές, προσθέτοντας πως υπό το τρέχον καθεστώς η επένδυση φαντάζει αδύνατη.
Στον αντίποδα, η Chevron, η οποία διατηρεί ενεργή την άδειά της στη χώρα, υιοθέτησε μια σαφώς πιο θετική ρητορική. Ο αντιπρόεδρος του ομίλου, Μαρκ Νέλσον, εξέφρασε την πρόθεση της εταιρείας να συνδράμει στην οικοδόμηση ενός καλύτερου μέλλοντος για τη Βενεζουέλα. Σημειώνεται πως η ExxonMobil και η ConocoPhillips είχαν αποχωρήσει από την περιοχή το 2007 λόγω της πολιτικής του Ούγκο Τσάβες, ωστόσο η ConocoPhillips χαρακτήρισε χρήσιμη τη συζήτηση για την ετοιμότητα της χώρας να δεχθεί νέα κεφάλαια.
Τεχνικές δυσκολίες και γεωπολιτικό παρασκήνιο
Η ανάκαμψη της παραγωγής, πάντως, δεν αναμένεται άμεση. Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας, Κρις Ράιτ, παραδέχθηκε πως η επανεκκίνηση του κλάδου θα είναι χρονοβόρα. Παρότι η Βενεζουέλα κατέχει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα αργού παγκοσμίως, υπερβαίνοντας τα 300 δισεκατομμύρια βαρέλια, η τρέχουσα παραγωγή παραμένει καθηλωμένη στο 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως. Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στη χρόνια υποεπένδυση και τον αντίκτυπο των κυρώσεων, ενώ για τον εκσυγχρονισμό των μονάδων θα απαιτηθούν δεκάδες δισεκατομμύρια δολάρια.
Σε πολιτικό επίπεδο, η Ουάσινγκτον φαίνεται να αποκλείει το ενδεχόμενο εκλογικών διαδικασιών, επιλέγοντας να επικοινωνεί απευθείας με την προσωρινή πρόεδρο Ντέλσι Ροδρίγκες. Σύμφωνα με τον Λευκό Οίκο, οι ΗΠΑ σκοπεύουν να έχουν τον καθοριστικό λόγο στις βασικές πολιτικές αποφάσεις της χώρας, θέτοντας την ενεργειακή περιουσία της Βενεζουέλας στον πυρήνα της αμερικανικής γεωπολιτικής στρατηγικής.