Στο greek-observatory και τις Ειδήσεις Σεβόμαστε την ιδιωτικότητά σας

Εμείς και οι συνεργάτες μας αποθηκεύουμε ή/και έχουμε πρόσβαση σε πληροφορίες σε μια συσκευή, όπως cookies και επεξεργαζόμαστε προσωπικά δεδομένα, όπως μοναδικά αναγνωριστικά και τυπικές πληροφορίες που αποστέλλονται από μια συσκευή για εξατομικευμένες διαφημίσεις και περιεχόμενο, μέτρηση διαφημίσεων και περιεχομένου, καθώς και απόψεις του κοινού για την ανάπτυξη και βελτίωση προϊόντων.

Με την άδειά σας, εμείς και οι συνεργάτες μας ενδέχεται να χρησιμοποιήσουμε ακριβή δεδομένα γεωγραφικής τοποθεσίας και ταυτοποίησης μέσω σάρωσης συσκευών. Μπορείτε να κάνετε κλικ για να συναινέσετε στην επεξεργασία από εμάς και τους συνεργάτες μας όπως περιγράφεται παραπάνω. Εναλλακτικά, μπορείτε να αποκτήσετε πρόσβαση σε πιο λεπτομερείς πληροφορίες και να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας πριν συναινέσετε ή να αρνηθείτε να συναινέσετε. Λάβετε υπόψη ότι κάποια επεξεργασία των προσωπικών σας δεδομένων ενδέχεται να μην απαιτεί τη συγκατάθεσή σας, αλλά έχετε το δικαίωμα να αρνηθείτε αυτήν την επεξεργασία. Οι προτιμήσεις σας θα ισχύουν μόνο για αυτόν τον ιστότοπο. Μπορείτε πάντα να αλλάξετε τις προτιμήσεις σας επιστρέφοντας σε αυτόν τον ιστότοπο ή επισκεπτόμενοι την πολιτική απορρήτου μας.

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας.Δες περισσότερα εδώ.
Κόσμος

Ρήγμα στο ΝΑΤΟ: Η Ευρώπη χτίζει τη δική της άμυνα ενώ ο Χέγκσεθ εξαπολύει επίθεση στους συμμάχους

Η σχέση ασφαλείας ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους Ευρωπαίους συμμάχους τους, όπως διαμορφώθηκε μεταπολεμικά μέσα από το ΝΑΤΟ, βρίσκεται πλέον μπροστά σε μια βαθιά και δομική κρίση. Δεν πρόκειται απλώς για μια ακόμη περίοδο έντασης, ούτε για τις συνηθισμένες διαφωνίες που κατά καιρούς εμφανίζονται ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού. Η σημερινή κρίση αγγίζει τον ίδιο τον πυρήνα της Συμμαχίας: την εμπιστοσύνη, την προβλεψιμότητα και τη βεβαιότητα ότι οι αμοιβαίες δεσμεύσεις θα τηρηθούν όταν χρειαστεί.

Η απροβλεπτικότητα ως μόνιμη πηγή σύγχυσης

Η πολιτική διαρκούς απροβλεπτικότητας που ακολουθεί η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει μεταβάλει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι Ευρωπαίοι διαβάζουν τις αμερικανικές προθέσεις. Εκεί όπου κάποτε η ασάφεια μπορούσε να θεωρηθεί διαπραγματευτική τακτική, σήμερα έχει εξελιχθεί σε μόνιμη πηγή στρατηγικής σύγχυσης. Οι σύμμαχοι δυσκολεύονται πλέον να διακρίνουν αν οι δηλώσεις της Ουάσιγκτον αποτελούν πραγματική πολιτική γραμμή, τακτικό εκβιασμό ή απλώς στιγμιαία ρητορική έξαρση.

Το Άρθρο 5 και η αμφισβήτηση της αμερικανικής εγγύησης

Οι αντιφατικές τοποθετήσεις των ΗΠΑ για το μέλλον του ΝΑΤΟ, τη σημασία του Άρθρου 5 περί συλλογικής άμυνας, τον πόλεμο στο Ιράν και τον επιμερισμό των αμυντικών βαρών έχουν δημιουργήσει μια κατάσταση θεσμικής αποδιοργάνωσης. Η Συμμαχία μοιάζει να λειτουργεί μέσα σε ένα περιβάλλον εντροπίας, όπου ακόμη και οι πιο προσεκτικές αναλύσεις δεν αρκούν για να αποσαφηνιστεί ποιο είναι το πραγματικό μήνυμα της αμερικανικής πολιτικής. Η αβεβαιότητα δεν αφορά πλέον επιμέρους αποφάσεις, αλλά την ίδια την αξιοπιστία της αμερικανικής εγγύησης.

Από τη σταθερότητα στη διαχείριση κινδύνου

Για δεκαετίες, η ευρωπαϊκή ασφάλεια στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι οι δεσμεύσεις των ΗΠΑ θα παρέμεναν σταθερές, ανεξάρτητα από το ποια κυβέρνηση βρισκόταν στην εξουσία. Αυτή η συνέχεια αποτελούσε τη βάση της δυτικής αρχιτεκτονικής ασφαλείας. Όταν, όμως, η τήρηση μιας κρίσιμης δέσμευσης εμφανίζεται να εξαρτάται από τη βούληση ή τη διάθεση ενός και μόνο προέδρου, τότε οι σύμμαχοι υποχρεώνονται να επανεξετάσουν την αξία αυτής της εγγύησης. Έτσι, η Ευρώπη κινείται σταδιακά προς μια πολιτική αντιστάθμισης κινδύνου, επενδύοντας περισσότερο σε αυτόνομες αμυντικές δυνατότητες και αντιμετωπίζοντας τις συλλογικές δεσμεύσεις όχι ως σταθερές βεβαιότητες, αλλά ως μεταβλητές που πρέπει να διαχειριστεί.

Η θεσμική κατοχύρωση της νέας αμερικανικής γραμμής

Η μεταβολή αυτή δεν περιορίζεται πλέον στο επίπεδο των δηλώσεων. Έχει αρχίσει να αποκτά επίσημο θεσμικό χαρακτήρα. Η Εθνική Στρατηγική Άμυνας των ΗΠΑ για το 2026 καταγράφει ρητά ότι η άμυνα της Ευρώπης απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα αποτελεί πρωτίστως ευρωπαϊκή ευθύνη. Η Ουάσιγκτον δείχνει να στρέφει το στρατηγικό της βάρος στον Ινδο-Ειρηνικό και στην αντιπαράθεση με την Κίνα, μεταφέροντας στην Ευρώπη μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την ασφάλεια της ηπείρου.

Το δόγμα «NATO 3.0» και η αλλαγή διοικητικών ισορροπιών

Αυτή η νέα κατεύθυνση εκφράστηκε και μέσα από το δόγμα «NATO 3.0», το οποίο παρουσιάστηκε στις Βρυξέλλες. Παράλληλα, σε επίπεδο στρατιωτικής διοίκησης, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αρχίσει να μεταβιβάζουν τον έλεγχο σημαντικών δομών σε Ευρωπαίους αξιωματικούς. Ανάμεσά τους βρίσκονται η Συμμαχική Διοίκηση στη Νάπολη και η Διοίκηση Μικτών Δυνάμεων στο Νόρφολκ. Η αναδιοργάνωση αυτή παγιώνει μια νέα πραγματικότητα στο ΝΑΤΟ, η οποία δύσκολα θα ανατραπεί πλήρως ακόμη και από μελλοντικές αμερικανικές κυβερνήσεις με πιο φιλοατλαντικό προσανατολισμό.

Το Στενό του Ορμούζ ως σημείο καμπής

Η κρίση εμπιστοσύνης επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο μετά την κλιμάκωση στο Στενό του Ορμούζ, στον απόηχο της κοινής στρατιωτικής εκστρατείας ΗΠΑ – Ισραήλ. Η αμερικανική στάση θεωρήθηκε από πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις χαρακτηριστικό παράδειγμα μονομερούς μεταφοράς κόστους. Αφού η Ουάσιγκτον συνέβαλε σε μια κατάσταση που οδήγησε στον αποκλεισμό μιας κρίσιμης ενεργειακής αρτηρίας, ενημέρωσε τους Ευρωπαίους συμμάχους ότι η προστασία της ναυσιπλοΐας ήταν πλέον δική τους υπόθεση. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές οικονομίες είχαν ήδη υποστεί πλήγμα άνω των 27 δισεκατομμυρίων ευρώ μέσα σε μόλις 60 ημέρες, εξαιτίας της αύξησης του κόστους εισαγωγών.

Ισχύς χωρίς αξιοπιστία

Η στάση αυτή ανέδειξε μια βαθύτερη μεταβολή στη λογική της αμερικανικής ισχύος. Το μεταπολεμικό συμβόλαιο προέβλεπε ότι οι ΗΠΑ αναλάμβαναν δυσανάλογο κόστος για τη διαχείριση της παγκόσμιας τάξης, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα δυσανάλογη επιρροή. Όταν, όμως, η στρατιωτική παρουσία αποσυνδέεται από τη διάθεση ανάληψης δεσμεύσεων, τότε παράγει ένα διαφορετικό και σαφώς λιγότερο αποτελεσματικό είδος ισχύος. Η ισχύς χωρίς αξιοπιστία χάνει σημαντικό μέρος της πολιτικής της χρησιμότητας.

Το διπλό στρατηγικό δίλημμα της Ευρώπης

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ευρωπαϊκή υπομονή φαίνεται να έχει εξαντληθεί. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα διπλό στρατηγικό δίλημμα: από τη μία, φοβούνται την αμερικανική εγκατάλειψη στο μέτωπο της συλλογικής άμυνας· από την άλλη, πιέζονται να εμπλακούν σε μια πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή την οποία δεν ενέκριναν. Η Ευρώπη καλείται, δηλαδή, να διαχειριστεί ταυτόχρονα τον κίνδυνο της «εγκατάλειψης» και τον κίνδυνο της «παγίδευσης» σε μια αμερικανική στρατηγική που δεν ελέγχει.

Η αλλαγή στάσης των ευρωπαϊκών πρωτευουσών

Η αλλαγή του κλίματος αποτυπώνεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις Ευρωπαίων ηγετών. Ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν επιχειρεί πλέον να δικαιολογήσει τις αμερικανικές ασυνέπειες, ενώ έχει ζητήσει την ενεργοποίηση των ισχυρότερων εμπορικών αντιμέτρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στις ΗΠΑ. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η στάση της Πολωνίας, μιας χώρας που παραδοσιακά στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας. Ο Πολωνός πρωθυπουργός δήλωσε δημόσια ότι η μεγαλύτερη απειλή για τη διατλαντική κοινότητα είναι η συνεχιζόμενη αποσύνθεση της ίδιας της Συμμαχίας.

Οι αμερικανικές απαιτήσεις και τα όρια της ευρωπαϊκής άμυνας

Παράλληλα, η πίεση του Πενταγώνου προς τους Ευρωπαίους να αναλάβουν πλήρως τη συμβατική τους άμυνα έως το 2027 αποκαλύπτει ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις αμερικανικές απαιτήσεις και στις πραγματικές ευρωπαϊκές δυνατότητες. Για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος, θα απαιτούνταν περίπου 300.000 επιπλέον στρατιώτες, 1.400 άρματα μάχης και 2.000 θωρακισμένα οχήματα, με ετήσιο κόστος που προσεγγίζει τα 250 δισεκατομμύρια ευρώ. Ωστόσο, οι καθυστερήσεις στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι αδύνατη, την υλοποίηση ενός τέτοιου προγράμματος μέσα στο στενό χρονικό πλαίσιο που ζητεί η Ουάσιγκτον.

Η αποδυνάμωση των αμερικανικών αποθεμάτων

Το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι οι αμερικανικές αποθήκες έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά. Κρίσιμα συστήματα αεράμυνας, όπως οι πύραυλοι Patriot και THAAD, έχουν μειωθεί σε ποσοστό άνω του 50% λόγω των αναγκών του πολέμου στο Ιράν. Έτσι, η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης σε μια στιγμή που ούτε η ίδια διαθέτει επαρκή παραγωγική ικανότητα ούτε οι ΗΠΑ μπορούν να λειτουργήσουν με την ίδια υλική άνεση όπως στο παρελθόν.

Η πίεση που επιταχύνει την ευρωπαϊκή ενοποίηση

Παράδοξα, όμως, η πίεση της Ουάσιγκτον έχει επιταχύνει εξελίξεις που επί δεκαετίες παρέμεναν στάσιμες. Η Γερμανία υποστηρίζει πλέον ανοιχτά τη δημιουργία ενός συνασπισμού προθύμων, ικανού να επιχειρεί αυτόνομα. Η Διακήρυξη του Νόρθγουντ θεσμοθέτησε για πρώτη φορά τον γαλλοβρετανικό πυρηνικό συντονισμό, αναγνωρίζοντας έμμεσα ότι η αμερικανική πυρηνική και στρατηγική ομπρέλα δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη. Η αμερικανική πίεση πέτυχε εκεί όπου απέτυχαν δεκαετίες ευρωπαϊκών ομοσπονδιακών επιχειρημάτων: επιτάχυνε την αμυντική ενοποίηση της Ευρώπης.

Η αναζήτηση εναλλακτικών εταίρων πέρα από την Ουάσιγκτον

Η τάση αυτή δεν περιορίζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε διεθνές επίπεδο, χαρακτηριστική είναι η στάση του Καναδά, με τον πρωθυπουργό Μαρκ Κάρνεϊ να συμμετέχει στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Κοινότητα, αναζητώντας δεσμούς με αξιόπιστους εταίρους πέρα από την Ουάσιγκτον. Η κίνηση αυτή δείχνει ότι η αμερικανική αστάθεια δεν επηρεάζει μόνο την Ευρώπη, αλλά οδηγεί και άλλους παραδοσιακούς συμμάχους των ΗΠΑ σε αναζήτηση εναλλακτικών ισορροπιών.

Μια θεσμική ζημιά δύσκολα αναστρέψιμη

Η θεσμική ζημιά στο εσωτερικό της Συμμαχίας θεωρείται πλέον από πολλούς αναλυτές δύσκολα αναστρέψιμη. Ακόμη και αν μια επόμενη αμερικανική κυβέρνηση προσπαθήσει να αποκαταστήσει τις διατλαντικές σχέσεις, θα βρει απέναντί της μια Ευρώπη που έχει ήδη κινηθεί προς εναλλακτικές δομές, έχει διαφοροποιήσει τα διπλωματικά της κανάλια και έχει αρχίσει να οικοδομεί αυτόνομη ισχύ για την προστασία των συμφερόντων της.

Το ΝΑΤΟ σε νέα εσωτερική λογική

Το ΝΑΤΟ εξακολουθεί να υπάρχει ως γραφειοκρατικός και επιχειρησιακός μηχανισμός. Ωστόσο, η εσωτερική του λογική έχει αλλάξει. Δεν οργανώνεται πλέον γύρω από σταθερές προσδοκίες και αμοιβαία εμπιστοσύνη, αλλά γύρω από τη διαχείριση απρόβλεπτων καταστάσεων και τη συνεχή διαπραγμάτευση κάθε δέσμευσης. Η αξιοπιστία που οικοδομήθηκε επί επτά δεκαετίες έχει υποστεί βαθύ πλήγμα και δύσκολα μπορεί να αποκατασταθεί με απλές διαβεβαιώσεις.

Η σκληρή κριτική του Πιτ Χέγκσεθ

Σε αυτό το ήδη τεταμένο πλαίσιο εντάσσονται και οι δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, ο οποίος άσκησε σκληρή κριτική στους Ευρωπαίους συμμάχους. Μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφάλειας Shangri-La Dialogue, κατηγόρησε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ότι για χρόνια αγνοούσαν τις εκκλήσεις των ΗΠΑ για αύξηση των αμυντικών δαπανών και τις κάλεσε να εγκαταλείψουν τα «μαθήματα ηθικής». Παράλληλα, προανήγγειλε σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας και του ΝΑΤΟ.

Η λογική των συμφερόντων αντί των ιδεολογικών διακηρύξεων

Ο Χέγκσεθ επαίνεσε τη στάση χωρών της Ασίας, υποστηρίζοντας ότι έχουν κατανοήσει καλύτερα πως οι ισχυρές διεθνείς συνεργασίες στηρίζονται πρωτίστως στη σύμπτωση εθνικών συμφερόντων και όχι σε ιδεολογικές διακηρύξεις. Όταν τα συμφέροντα συμπίπτουν, οι χώρες συνεργάζονται· όταν αποκλίνουν, οι διαφορές αντιμετωπίζονται ρεαλιστικά. Κατά τον ίδιο, η Δυτική Ευρώπη έχει πολλά να διδαχθεί από αυτή την προσέγγιση.

Το 5% του ΑΕΠ και η πιθανή μείωση της αμερικανικής παρουσίας

Η κυβέρνηση Τραμπ επιμένει ότι τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ και να αναλάβουν μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης για την ασφάλεια της ηπείρου. Παράλληλα, αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη. Οι σχέσεις Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών έχουν επιβαρυνθεί ακόμη περισσότερο από την άρνηση αρκετών ευρωπαϊκών χωρών να στηρίξουν τη στρατηγική του Ντόναλντ Τραμπ απέναντι στο Ιράν.

Μια Συμμαχία θεσμικά ζωντανή, αλλά πολιτικά τραυματισμένη

Το αποτέλεσμα είναι μια Συμμαχία που παραμένει θεσμικά ζωντανή, αλλά πολιτικά τραυματισμένη. Η Ευρώπη δεν εγκαταλείπει το ΝΑΤΟ, αλλά παύει να το θεωρεί επαρκές από μόνο του. Και αυτή ίσως είναι η πιο καθοριστική αλλαγή: όχι η διάλυση της διατλαντικής σχέσης, αλλά η μετάβασή της σε μια εποχή δυσπιστίας, αυτόνομης ευρωπαϊκής προσαρμογής και σκληρής συναλλακτικής διαπραγμάτευσης.

Tags
Back to top button