Ως σχεδόν βέβαιη εξέλιξη αντιμετωπίζει πλέον ο επιχειρηματικός κόσμος την εφαρμογή μιας νέας, γενικευμένης ρύθμισης οφειλών, θεωρώντας ότι οι οικονομικές και πολιτικές συνθήκες έχουν ωριμάσει πλήρως για μια τέτοια παρέμβαση. Σύμφωνα με ρεπορτάζ του ΣΚΑΪ, παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι η ρύθμιση βρίσκεται «ante portas», με τα μηνύματα από τις επαφές με κυβερνητικά στελέχη να χαρακτηρίζονται ως «άκρως ενθαρρυντικά».
Το ζήτημα δεν είναι πλέον το «αν» θα υπάρξει ρύθμιση, αλλά το «πότε» και κυρίως το «τι» θα περιλαμβάνει, καθώς το 2026 αποτελεί προεκλογική χρονιά και το βάρος του ιδιωτικού χρέους απειλεί τη βιωσιμότητα χιλιάδων επιχειρήσεων.
Ο «Βραχνάς» των 163 Δισ. Ευρώ
Η πίεση για την υιοθέτηση ενός νέου πλαισίου διακανονισμού προκύπτει από τα αμείλικτα νούμερα των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Συγκεκριμένα:
Τα χρέη προς την ΑΑΔΕ (Εφορία) ανέρχονται σε 112 δισ. ευρώ.
Οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ (Ασφαλιστικά Ταμεία) αγγίζουν τα 51 δισ. ευρώ.
Με το συνολικό ποσό να υπερβαίνει τα 163 δισ. ευρώ, κορυφαία στελέχη του επιχειρηματικού κόσμου παρεμβαίνουν δημόσια, τονίζοντας την ανάγκη για μια ρεαλιστική λύση που θα μετατρέψει τα «κόκκινα» και ανείσπρακτα χρέη σε ενεργά έσοδα για τα κρατικά ταμεία.
Η Πρόταση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου: Το Πλαίσιο των 120 Δόσεων
Στο τραπέζι των συζητήσεων δεσπόζει η πρόταση του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών (ΕΕΑ), το οποίο επαναφέρει το αίτημα για ρύθμιση 120 δόσεων, θέτοντας όμως συγκεκριμένες και αυστηρές παραμέτρους για να είναι βιώσιμη.
Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΕΕΑ, Γιάννη Χατζηθεοδοσίου, και παράγοντες της αγοράς, τρεις είναι οι βασικοί πυλώνες που πρέπει να στηριχθεί η νέα ρύθμιση:
1. Ενιαία Ρύθμιση για Όλα τα Χρέη
Το νέο σχήμα δεν πρέπει να είναι αποσπασματικό. Απαιτείται η δυνατότητα ένταξης όλων των οφειλών προς το Δημόσιο, καλύπτοντας ταυτόχρονα τόσο τις φορολογικές όσο και τις ασφαλιστικές εκκρεμότητες, ώστε ο οφειλέτης να μπορεί να τακτοποιήσει συνολικά το οικονομικό του προφίλ.
2. Γενναίο «Κούρεμα» Προσαυξήσεων
Αυτό θεωρείται το πιο κρίσιμο σημείο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο ρεπορτάζ, μια αρχική οφειλή των 100.000 ευρώ από το 2015, σήμερα μπορεί να έχει εκτοξευθεί στις 300.000 ευρώ λόγω τόκων και προστίμων.
Το επιχείρημα: Εάν ένας επαγγελματίας αδυνατούσε να πληρώσει το αρχικό κεφάλαιο, είναι μαθηματικά βέβαιο ότι δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το τριπλάσιο ποσό, ακόμα και αν αυτό «σπάσει» σε πολλές δόσεις.
Η λύση: Η διαγραφή ή η δραστική μείωση των προσαυξήσεων αποτελεί προϋπόθεση επιβίωσης για τον οφειλέτη και μοναδική ευκαιρία είσπραξης για το κράτος.
3. Χαμηλό και Σταθερό Επιτόκιο
Η αγορά ζητά τη θεσμοθέτηση ενός «ανεκτού» επιτοκίου για τη ρύθμιση, το οποίο προτείνεται να κυμαίνεται κοντά στο 2%. Το ποσοστό αυτό είναι περίπου το ένα τέταρτο των επιτοκίων που ισχύουν σήμερα για τις ρυθμίσεις, τα οποία καθιστούν την αποπληρωμή απαγορευτική για τους ήδη επιβαρυμένους προϋπολογισμούς των επιχειρήσεων.
Γιατί Τώρα;
Η χρονική συγκυρία κρίνεται ιδανική από την αγορά, καθώς η κυβέρνηση αναζητά τρόπους τόνωσης της οικονομίας και αύξησης της εισπραξιμότητας ενόψει εκλογών. Η αποτυχία των μικρότερων ρυθμίσεων (24 ή 48 δόσεων) να προσελκύσουν μεγάλο αριθμό οφειλετών, σε συνδυασμό με την ακρίβεια που πιέζει την αγορά, καθιστούν το μοντέλο των 120 δόσεων ως τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο για την αποφυγή μαζικών λουκέτων και κατασχέσεων.