Η διαδρομή από τα έδρανα των ανώτατων δικαστηρίων στα ψηφοδέλτια και τα κομματικά συμβούλια είναι ένας δρόμος χιλιοπερπατημένος στην ελληνική πραγματικότητα. Η ανακοίνωση ότι η επίτιμη Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Βιργινία Σακελλαροπούλου, εντάσσεται στα 401 στελέχη του Εθνικού Συμβουλίου της νέας παράταξης (ΕΛ.Α.Σ.) υπό τον Αλέξη Τσίπρα, αποτελεί μια καθαρά στρατηγική πολιτική κίνηση που στοχεύει στη δημιουργία εντυπώσεων και άλλοθι νομιμότητας.
Η προσπάθεια κάθε νέου ή ανακυκλωμένου πολιτικού φορέα να πείσει το εκλογικό σώμα ότι ήρθε για να «χτυπήσει τη διαφθορά», περνάει σχεδόν υποχρεωτικά μέσα από τη στρατολόγηση προσώπων με βαρύ νομικό βιογραφικό.
Η διαδρομή και το θεσμικό βάρος
Σε επίπεδο βιογραφικού, η Βιργινία Σακελλαροπούλου διαθέτει μια αδιαμφισβήτητα βαριά πορεία 41 ετών στον χώρο της Δικαιοσύνης. Έχοντας φτάσει στο ανώτατο σκαλοπάτι της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, διεκδίκησε την κορυφή της Εισαγγελίας, ερχόμενη δεύτερη σε ψήφους στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής πριν την αφυπηρέτησή της.
Κατά τη διάρκεια της θητείας της, ανέλαβε κομβικές θέσεις, με χαρακτηριστικότερη τον συντονισμό και την εποπτεία των αθλητικών εισαγγελέων της χώρας, επιχειρώντας να διαχειριστεί τον χαοτικό και σκοτεινό χώρο της αθλητικής βίας. Παράλληλα, διατήρησε ακαδημαϊκή παρουσία μέσω της διδασκαλίας της στην Εθνική Σχολή Δικαστών και της συγγραφής νομικών μελετών. Αυτό ακριβώς το «καθαρό» βιογραφικό είναι που αγοράζει σήμερα η πολιτική σκηνή.
Η εργαλειοποίηση της Θέμιδας στο πολιτικό παιχνίδι
Αν αποδομήσουμε την ξύλινη γλώσσα των δελτίων τύπου, η πραγματικότητα είναι πολύ πιο κυνική. Ο Αλέξης Τσίπρας, επιχειρώντας να στήσει ένα νέο αφήγημα μακριά από τις φθορές του παρελθόντος, χρησιμοποιεί την κ. Σακελλαροπούλου ως ασπίδα απέναντι στην κριτική για αναξιοκρατία και ανηθικότητα.
Πρόκειται για την κλασική συνταγή απορρόφησης κραδασμών: ρίχνεις στην αρένα έναν πρώην δικαστή για να υποδηλώσεις ότι η παράταξή σου πρεσβεύει την έννομη τάξη. Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει αμείλικτο: Μπορεί ένα πρόσωπο, όσο ικανό κι αν υπήρξε στα δικαστικά του καθήκοντα, να αλλάξει τη δομική παθογένεια ενός ολόκληρου πολιτικού μηχανισμού;
Η ιστορία των τελευταίων δεκαετιών έχει αποδείξει ακριβώς το αντίθετο. Οι ανώτατοι δικαστικοί, όταν περνούν τον Ρουβίκωνα της πολιτικής, σπάνια καταφέρνουν να επιβάλουν τους κανόνες της Δικαιοσύνης στα κόμματα. Αντιθέτως, ο κομματικός σωλήνας τούς αφομοιώνει, χρησιμοποιώντας το κύρος της προηγούμενης ιδιότητάς τους αποκλειστικά και μόνο για την πολιτική επιβίωση των αρχηγών.