Η παγκόσμια γεωπολιτική σκακιέρα των επόμενων δεκαετιών πρόκειται να κριθεί σε μεγάλο βαθμό στο υδάτινο στοιχείο. Η διασύνδεση της εμπορικής ναυτιλίας, της λειτουργίας των σύγχρονων ναυπηγικών μονάδων, της ανθεκτικότητας των λιμενικών εγκαταστάσεων και της ροής των ενεργειακών πόρων που μεταφέρονται δια θαλάσσης αποτελεί τη νέα εξίσωση ισχύος. Αυτή η θεμελιώδης διαπίστωση βρέθηκε στο επίκεντρο του Athens Defence Conference, μιας κομβικής διοργάνωσης που υλοποιήθηκε από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών και το Ελληνικό Ίδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ).
Κατά τη διάρκεια των εργασιών του συνεδρίου, αναδείχθηκε με απόλυτη σαφήνεια ότι η επόμενη εικοσιπενταετία θα χαρακτηριστεί από τη στρατηγική επικέντρωση των κρατών στην ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών. Οι συμμετέχοντες ανέλυσαν πώς οι υποδομές αυτές παύουν να αντιμετωπίζονται ως απλά εμπορικά εργαλεία και μετατρέπονται σε βασικούς πυλώνες για τη διατήρηση των διεθνών ισορροπιών.
Μέσα σε αυτό το ρευστό παγκόσμιο περιβάλλον, ο ρόλος της Ελλάδας αποκτά ξεχωριστή βαρύτητα, καθώς η χώρα μετεξελίσσεται σε έναν κρίσιμο γεωστρατηγικό κόμβο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ΝΑΤΟ και τη συνολική σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι συνεχιζόμενες διεθνείς ανακατατάξεις επιβάλλουν έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό της σημασίας των ελληνικών υποδομών, των λιμένων και της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Στο πάνελ της συγκεκριμένης συζήτησης συμμετείχαν εξέχουσες προσωπικότητες από τον διπλωματικό, επιχειρηματικό και ακαδημαϊκό χώρο. Τον συντονισμό και την υποβολή των ερωτήσεων ανέλαβε η πρόεδρος του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Άρια Αγάτσα. Μαζί της βρέθηκαν ο πρέσβης της Γερμανίας στην Ελλάδα, Ανδρέας Κιντλ, η πρέσβειρα της Νορβηγίας, Harriet Elisabeth Berg, ο πρόεδρος των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά, Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, καθώς και δύο διακεκριμένοι εκπρόσωποι του ΕΛΙΑΜΕΠ: ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και επικεφαλής του Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας, και ο καθηγητής Ενεργειακής Γεωπολιτικής, Μιχάλης Μαθιουλάκης.
Η Στρατιωτική Κινητικότητα ως Μοχλός Αναβάθμισης των Ελληνικών Λιμένων
Το Ρευστό Περιβάλλον της Ανατολικής Μεσογείου
Η έναρξη της συζήτησης πραγματοποιήθηκε με την τοποθέτηση της κ. Αγάτσα, η οποία περιέγραψε το σύγχρονo πλαίσιο, επισημαίνοντας ότι διανύουμε μια περίοδο έντονων κρίσεων και δομικών γεωπολιτικών αλλαγών. Σε αυτό το σκηνικό, η Ανατολική Μεσόγειος βρίσκεται σταθερά στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος. Η ίδια υπογράμμισε ότι, παρά την περιφερειακή αστάθεια, η Ελλάδα έχει καταφέρει να ξεπεράσει το στάδιο του απλού γεωγραφικού συνόρου και να αναγνωρίζεται πλέον ως ένας αναντικατάστατος πυλώνας σταθερότητας.
Η Έννοια της «Στρατιωτικής Σένγκεν» και η Σημασία των Υποδομών
Εστιάζοντας στη στρατιωτική κινητικότητα εντός του ευρωπαϊκού χώρου, ο Γερμανός πρέσβης Ανδρέας Κιντλ εξήγησε ότι η ύπαρξη σύγχρονων υποδομών δεν εξυπηρετεί πλέον μόνο τις εμπορικές ανάγκες, αλλά αποτελεί δομικό στοιχείο της αμυντικής αποτροπής. Το Ευρωπαϊκό Σχέδιο Στρατιωτικής Κινητικότητας (EU Military Mobility), το οποίο θεσπίστηκε το 2018 και απέκτησε επείγοντα χαρακτήρα μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, λειτουργεί ουσιαστικά ως μια «στρατιωτική Σένγκεν». Στόχος της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας είναι η πλήρης εξάλειψη των γραφειοκρατικών εμποδίων, ώστε να είναι δυνατή η ταχύτατη μετακίνηση στρατιωτικών δυνάμεων και εξοπλισμού σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο.
Η Μεταβολή του Ρόλου της Γερμανίας και το Παράδειγμα του Bremerhaven
Ο κ. Κιντλ χρησιμοποίησε το παράδειγμα της δικής του χώρας για να καταδείξει το μέγεθος της πρόκλησης. Ανέφερε ότι μέχρι το 1989 η Γερμανία αποτελούσε ένα κράτος-σύνορο, ενώ στις μέρες μας έχει μετατραπεί σε μια χώρα διέλευσης. Αυτή η αλλαγή απαιτεί οι γέφυρες, οι οδικοί άξονες και οι συνολικές υποδομές της χώρας να είναι σε θέση να υποστηρίξουν την ομαλή και γρήγορη μετακίνηση έως και 800.000 στρατιωτών και 200.000 στρατιωτικών οχημάτων προς την κατεύθυνση της Ανατολικής Ευρώπης. Για τον σκοπό αυτό, το Βερολίνο έχει κατευθύνει πολύ σημαντικούς οικονομικούς πόρους στην αναβάθμιση του δικτύου του.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Γερμανός διπλωμάτης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στο λιμάνι του Bremerhaven, το οποίο επιτελεί κομβικό ρόλο στη διακίνηση βαρέων φορτίων, στρατιωτικού υλικού, οχημάτων και εμπορευματοκιβωτίων. Συνδέοντας αυτή την εμπειρία με την περιοχή μας, τόνισε ότι το ΝΑΤΟ αναγνωρίζει απόλυτα τον ενισχυμένο στρατηγικό ρόλο που διαδραματίζει η Ελλάδα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Γερμανία, μοιραζόμενη τις ίδιες ανησυχίες για την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών μεταφοράς, δηλώνει έτοιμη να ενισχύσει τη συνεργασία της με τις ελληνικές αρχές, αξιοποιώντας και την ήδη ενεργή παρουσία της σε συμμαχικές επιχειρήσεις στην περιοχή.
Προστασία Κρίσιμων Θαλάσσιων Υποδομών: Το Μοντέλο της Νορβηγίας
Η Συνεργασία Κράτους και Ιδιωτικού Τομέα
Στη συνέχεια, η πρέσβειρα της Νορβηγίας, Harriet Elisabeth Berg, απαντώντας σε ερώτημα της κ. Αγάτσα σχετικά με τη μεταφορά τεχνογνωσίας από τον βόρειο άξονα της Συμμαχίας προς την Ανατολική Μεσόγειο, εστίασε στην ανάγκη προστασίας των κρίσιμων θαλάσσιων και υποθαλάσσιων εγκαταστάσεων. Η κ. Berg εξήγησε ότι η στρατηγική ανθεκτικότητα μιας χώρας μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη στενή και οργανωμένη σύμπραξη του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ).
Παρόλο που η Νορβηγία δεν αποτελεί μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμμετέχει ενεργά στα επιχειρησιακά σχέδια στρατιωτικής κινητικότητας του ΝΑΤΟ. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η χώρα λειτουργεί ως ένας ζωτικός διάδρομος για τη μεταφορά στρατιωτικού εξοπλισμού προς τη Φινλανδία και τη Σουηδία, γεγονός που αποδεικνύει τον αλληλένδετο χαρακτήρα των ευρωατλαντικών συμφερόντων.
Το Ολοκληρωμένο Σύστημα των 600 Νορβηγικών Λιμένων
Η Νορβηγίδα διπλωμάτης παρουσίασε το εγχώριο μοντέλο της χώρας της, το οποίο βασίζεται σε ένα πλέγμα συνεργασίας ανάμεσα στο κράτος, τη ναυτιλιακή βιομηχανία, τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, τα χρηματοπιστωτικά σχήματα και τους λιμένες. Η Νορβηγία διαθέτει περίπου 600 λιμάνια, τα οποία είναι πλήρως ενταγμένα σε έναν κοινό εθνικό σχεδιασμό για την αντιμετώπιση εκτάκτων αναγκών και κρίσεων.
Σύμφωνα με την κ. Berg, οι λιμένες της νέας εποχής οφείλουν να μην περιορίζονται στις παραδοσιακές τους λειτουργίες. Αντίθετα, πρέπει να είναι θωρακισμένοι απέναντι στις προκλήσεις:
Της ψηφιοποίησης και της κυβερνοασφάλειας.
Των ραγδαίων τεχνολογικών εξελίξεων.
Της πράσινης ενεργειακής μετάβασης.
Παράλληλα, η Νορβηγία συνεργάζεται στενά με τις υπόλοιπες σκανδιναβικές χώρες για τον από κοινού σχεδιασμό της προστασίας των θαλάσσιων υποδομών τους, διασφαλίζοντας μια ενιαία απάντηση σε πιθανές εξωτερικές απειλές.
Η Ασφάλεια των Υποθαλάσσιων Δικτύων μετά το Σαμποτάζ στο Nord Stream
Η πρέσβειρα έκανε ειδική μνεία στις υποθαλάσσιες υποδομές, υπενθυμίζοντας ότι η Νορβηγία αποτελεί έναν από τους κυριότερους προμηθευτές ενέργειας για την ευρωπαϊκή ήπειρο, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα τις απαιτήσεις ασφαλείας. Μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και το σαμποτάζ που σημειώθηκε στους αγωγούς Nord Stream, η Νορβηγία προχώρησε σε άμεση εντατικοποίηση της συνεργασίας της με τον ιδιωτικό τομέα αλλά και με διεθνείς συμμάχους, όπως το Βέλγιο. Στόχος αυτής της κινητοποίησης είναι η θωράκιση των υποθαλάσσιων δικτύων μεταφοράς και η πλήρης ανταπόκριση στις συμμαχικές υποχρεώσεις της χώρας στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ.
Η Στρατηγική Αναγέννηση της Ελληνικής Ναυπηγικής Βιομηχανίας
Η Επαναλειτουργία των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά ως Εθνική Υποδομή
Το κρίσιμο ζήτημα της εγχώριας ναυπηγικής ικανότητας ανέλυσε ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης, Αντιπρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος των Ναυπηγείων Σκαραμαγκά. Απαντώντας σε ερώτηση της Άριας Αγάτσα σχετικά με το πώς μπορεί μια εμπορική ανάκαμψη να μετατραπεί σε μόνιμη στρατηγική ικανότητα εθνικής κλίμακας, ο κ. Βαρβιτσιώτης περιέγραψε την εντυπωσιακή αλλαγή της εικόνας στις εγκαταστάσεις. Όπως ανέφερε, κατά την είσοδό του στην εταιρεία η δραστηριότητα ήταν σχεδόν μηδενική, ενώ σήμερα οι προβλήτες και οι δεξαμενές είναι πλήρεις.
Τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, με μια έκταση που προσεγγίζει τα 1.000 στρέμματα, αποτελούν την τρίτη σημαντικότερη βιομηχανική υποδομή της Ελλάδας, ακολουθώντας τα δύο μεγάλα διυλιστήρια της χώρας. Η επαναλειτουργία αυτής της εμβληματικής μονάδας μέσα σε διάστημα μόλις δυόμισι ετών συνιστά ένα σημαντικό βήμα, όμως το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι η ουσιαστική ενσωμάτωσή της στο ναυπηγικό και αμυντικό πρόγραμμα της χώρας.
Η Ανάγκη για Κρατικές Παραγγελίες και η Οικονομική Επιστροφή
Ο κ. Βαρβιτσιώτης άσκησε έντονη κριτική στη διαχρονική έλλειψη μιας συγκροτημένης εθνικής και ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη στήριξη των ναυπηγείων. Τόνισε με έμφαση ότι η ελληνική πολιτεία οφείλει να δείξει έμπρακτη εμπιστοσύνη στις εγχώριες παραγωγικές δυνατότητες. Η Ελλάδα σχεδιάζει τη διάθεση περίπου 6 δισεκατομμυρίων ευρώ για εξοπλιστικά προγράμματα στο εξωτερικό, τη στιγμή που δεν απαιτούνται επενδύσεις δισεκατομμυρίων για την κατασκευή, για παράδειγμα, ενός ελληνικού υποβρυχίου στον Σκαραμαγκά.
Σύμφωνα με τον ίδιο, το μόνο που χρειάζεται είναι μια ξεκάθαρη ανάθεση από το ελληνικό κράτος, καθώς οι εγχώριες γιάρδες διαθέτουν την απαραίτητη τεχνογνωσία, έχοντας χτίσει υποβρύχια στο παρελθόν και συντηρώντας σήμερα τον υφιστάμενο στόλο του Πολεμικού Ναυτικού. Μάλιστα, σε συνεργασία με τη γερμανική εταιρεία TKMS, έχει ήδη υποβληθεί πρόταση για τον εκσυγχρονισμό των υποβρυχίων τύπου 214 «Παπανικολής».
Ο κ. Βαρβιτσιώτης παρουσίασε και μια σημαντική οικονομική παράμετρο: κάθε ευρώ που επενδύεται στην εγχώρια αμυντική βιομηχανία επιστρέφει κατά περίπου 25% στα δημόσια ταμεία μέσω φόρων και εισφορών, γεγονός που καθιστά τις εγχώριες παραγγελίες σαφώς πιο συμφέρουσες και αναπτυξιακές για την εθνική οικονομία.
Η Συρρίκνωση της Ευρωπαϊκής Ναυπηγικής Ισχύος έναντι της Ασίας
Αναλύοντας το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο, ο κ. Βαρβιτσιώτης απέδωσε τη φθίνουσα πορεία της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας σε λανθασμένες πολιτικές αποφάσεις των περασμένων δεκαετιών. Ενώ το 2000 η Ευρώπη κατείχε το 55% της παγκόσμιας παραγωγής νέων πλοίων, σήμερα το ποσοστό αυτό έχει εκμηδενιστεί στο 5% περίπου σε αριθμό σκαφών.
Αυτό συνέβη διότι η Ευρωπαϊκή Ένωση επέλεξε να αποκλείσει τον κλάδο από τα χρηματοδοτικά της εργαλεία και να επιβάλει αυστηρούς περιοριστικούς κανόνες, την ίδια ώρα που οι ασιατικές χώρες παρείχαν ισχυρή και συστηματική κρατική στήριξη στις δικές τους ναυπηγικές μονάδες. Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι, παρά τη ρητορική περί στρατηγικής αυτονομίας, η Ευρώπη καθυστερεί να εφαρμόσει ένα ολοκληρωμένο σχέδιο ανασυγκρότησης της ναυπηγικής της βιομηχανίας, αγνοώντας τις σχετικές πρωτοβουλίες που έχουν ήδη ξεκινήσει να υλοποιούν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Από τη Διαμετακόμιση στη Στρατηγική Ισχύ: Η Μεταμόρφωση των Λιμένων
Το Μοντέλο του «Strategic Hub»
Ο Παναγιώτης Τσάκωνας, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και επικεφαλής του Προγράμματος Εξωτερικής Πολιτικής και Ασφάλειας του ΕΛΙΑΜΕΠ, επικεντρώθηκε στη διαδικασία μετασχηματισμού των λιμενικών υποδομών. Απαντώντας σε ερώτημα της κ. Αγάτσα για το πότε ένα λιμάνι παύει να λειτουργεί αποκλειστικά ως εμπορικός σταθμός και μετατρέπεται σε εργαλείο γεωπολιτικής επιρροής, ο κ. Τσάκωνας υπογράμμισε ότι απαιτείται μια αποφασιστική μετάβαση από το απλό μοντέλο του διαμετακομιστικού κέντρου (transit hub) σε αυτό του στρατηγικού κόμβου (strategic hub).
Αυτή η εξέλιξη επιτυγχάνεται όταν οι λιμενικές εγκαταστάσεις καταφέρνουν να συνδέσουν τα φυσικά γεωγραφικά πλεονεκτήματα μιας χώρας με:
Την εσωτερική πολιτική σταθερότητα.
Την ικανότητα προσέλκυσης σοβαρών, μακροπρόθεσμων ξένων επενδύσεων.
Τη διαλειτουργικότητα ανάμεσα σε διαφορετικά συμμαχικά συστήματα.
Με τον τρόπο αυτό, η γεωγραφική θέση της Ελλάδας παύει να είναι ένα στατικό, ανεκμετάλλευτο δεδομένο και μεταφράζεται σε απτά αποτελέσματα περιφερειακής ισχύος.
Η Αναγκαιότητα Διασύνδεσης με την Ενδοχώρα
Ωστόσο, ο καθηγητής επεσήμανε ότι η συγκεκριμένη μετάβαση συνοδεύεται από μεγάλες προκλήσεις. Η σημαντικότερη από αυτές αφορά τη σύνδεση των λιμένων με την ενδοχώρα. Ένα λιμάνι δεν μπορεί να λειτουργήσει απομονωμένο. Η πραγματική στρατηγική του αξία προσδιορίζεται από την ποιότητα και την ανθεκτικότητα των σιδηροδρομικών, οδικών, ενεργειακών και ψηφιακών δικτύων που το υποστηρίζουν. Η δημιουργία ισχυρών και ασφαλών εφοδιαστικών αλυσίδων είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον όπου οι απειλές έχουν ενταθεί και έχουν λάβει νέες μορφές μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
Τεχνητή Νοημοσύνη και Εγχώρια Καινοτομία στην Ασφάλεια
Ως άμεση προτεραιότητα για το μέλλον, ο κ. Τσάκωνας έθεσε την ενσωμάτωση των νέων τεχνολογιών και τη χρηματοδότηση της καινοτομίας. Η αξιοποίηση των συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης και η διασύνδεση του εγχώριου οικοσυστήματος καινοτομίας με τις ανάγκες της εθνικής ασφάλειας αποτελούν κλειδιά για την ανθεκτικότητα των υποδομών. Μόνο μέσω ενός καθολικού και ενιαίου σχεδιασμού, ο οποίος θα συγκεράσει τις υποδομές, την τεχνολογική υπεροχή, την ασφάλεια και την πολιτική σταθερότητα, μπορούν τα ελληνικά λιμάνια να λειτουργήσουν ως πραγματικοί πολλαπλασιαστές ισχύος στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Γεωπολιτική Ανατομία των Ενεργειακών Υποδομών
Κριτήρια για τον Χαρακτηρισμό μιας Υποδομής ως «Στρατηγικής»
Η συζήτηση ολοκληρώθηκε με την ανάλυση του Μιχάλη Μαθιουλάκη, αναλυτή Ενεργειακής Στρατηγικής του ΕΛΙΑΜΕΠ και ακαδημαϊκού διευθυντή του Ελληνικού Ενεργειακού Φόρουμ. Ο κ. Μαθιουλάκης κλήθηκε να απαντήσει στο κατά πόσο οι σταθμοί αποθήκευσης και επαναεριοποίησης υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG / FSRU), οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις και οι αποθήκες καυσίμων προσδίδουν αυτόματα γεωπολιτικό εκτόπισμα σε ένα λιμάνι.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι η χρήση του όρου «στρατηγικός» δεν πρέπει να γίνεται αλόγιστα, καθώς απαιτούνται πολύ συγκεκριμένα κριτήρια. Μια ενεργειακή υποδομή αποκτά πραγματική γεωπολιτική αξία μόνο όταν επιτρέπει σε ένα κράτος να αναβαθμίσει τη θέση του στο διεθνές στερέωμα, να μειώσει την εξάρτησή του από τρίτους και να αυξήσει τη δυνατότητα άσκησης δικής του επιρροής.
Το Είδος της Υποδομής έναντι του Στρατηγικού Στόχου
Όπως εξήγησε ο καθηγητής, η γεωπολιτική σημασία δεν πηγάζει από το τεχνικό είδος της εγκατάστασης. Δεν έχει σημασία αν πρόκειται για έναν τερματικό σταθμό LNG, μια πλωτή μονάδα FSRU, ένα υποθαλάσσιο καλώδιο μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας ή μεγάλες δεξαμενές πετρελαιοειδών. Το κρίσιμο στοιχείο είναι το αν και κατά πόσο η συγκεκριμένη υποδομή υπηρετεί αποτελεσματικά τους κεντρικούς στόχους της εξωτερικής πολιτικής και της ενεργειακής ασφάλειας της χώρας. Αν μια υποδομή βοηθά στη μείωση της επιρροής ξένων δυνάμεων εντός της χώρας και παράλληλα προβάλλει την ισχύ της χώρας προς τα έξω, τότε και μόνο τότε θεωρείται στρατηγική.
Η Πρόκληση των Πολυεπίπεδων Εξαρτήσεων της Ευρώπης
Επεκτείνοντας την οπτική του στο ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κ. Μαθιουλάκης επεσήμανε ότι η συζήτηση γύρω από τη στρατηγική αυτονομία της Γηραιάς Ηπείρου είναι συχνά μονοδιάστατη. Υποστήριξε ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να εστιάζει αποκλειστικά στον περιορισμό της ενεργειακής και οικονομικής επιρροής της Ρωσίας ή της Κίνας. Στο σύγχρονο, περίπλοκο διεθνές περιβάλλον, η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να μεριμνήσει και για τη μείωση της υπερβολικής της εξάρτησης από τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Συμπερασματικά, η γεωπολιτική βαρύτητα ενός λιμένα δεν αποτελεί αυτόματη συνέπεια της κατασκευής ενεργειακών έργων, αλλά συνδέεται άρρηκτα με τον βαθμό στον οποίο οι εγκαταστάσεις αυτές ενισχύουν συνολικά τη διεθνή ισχύ, την αυτονομία και την ανθεκτικότητα του κράτους.