Υπήρξε μια περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα, χωρίς να εγκαταλείψει πραγματικά το ΝΑΤΟ, τράβηξε τις Ένοπλες Δυνάμεις της έξω από την ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή της Συμμαχίας. Και το έκανε σε μια από τις πιο επικίνδυνες στιγμές της μεταπολεμικής ιστορίας της.
Αύγουστος του 1974. Η Τουρκία έχει ήδη πραγματοποιήσει την εισβολή στην Κύπρο, η Ελλάδα έχει μόλις βγει από την δικτατορία του Ιωαννίδη και η νέα κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα τεράστιο ερώτημα: τι αξία έχει μια στρατιωτική συμμαχία, όταν δύο μέλη της συγκρούονται και η Συμμαχία δεν μπορεί να αποτρέψει την πολεμική ενέργεια του ενός εναντίον του άλλου;
Η απάντηση της Αθήνας ήταν θεαματική. Στις 14 Αυγούστου 1974 η Ελλάδα ανακοίνωσε την αποχώρηση των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων από την ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή του ΝΑΤΟ. Όχι όμως από το ίδιο το ΝΑΤΟ. Και αυτή η λεπτομέρεια είναι ίσως η σημαντικότερη σε ολόκληρη την ιστορία.
Τα 5 ακριβότερα οπλικά συστήματα του ελληνικού στρατού
Πρώτα λοιπόν πρέπει να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς συνέβη.
Η Κρίση Του 1974 Και Η Απόφαση Καραμανλή
Μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο τον Ιούλιο του 1974, στην Ελλάδα υπήρχε έντονη οργή απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο ΝΑΤΟ. Η αντίληψη που κυριάρχησε ήταν ότι η Συμμαχία δεν είχε αποτρέψει την πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο μελών της και, κυρίως, δεν είχε προστατεύσει τα ελληνικά συμφέροντα στην Κύπρο. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών καταγράφει ότι η απόφαση του Καραμανλή τον Αύγουστο του 1974 συνδεόταν άμεσα με την τουρκική επέμβαση στην Κύπρο και τον φόβο μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης.
Στις 14 Αυγούστου, λοιπόν, η Ελλάδα αποσύρθηκε από τη στρατιωτική δομή. Αυτό σήμαινε ότι οι ελληνικές δυνάμεις δεν θα ήταν πλέον ενταγμένες με τον ίδιο τρόπο στον επιχειρησιακό σχεδιασμό, στις διοικήσεις και στους μηχανισμούς αμυντικού σχεδιασμού του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα σταμάτησε επίσης να συμμετέχει σε συγκεκριμένα όργανα, όπως η Defence Planning Committee και η Defence Review Committee.
Όμως δεν έγινε αυτό που συχνά ακούμε σήμερα, ότι δηλαδή «η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ». Η χώρα παρέμεινε πολιτικά μέλος της Συμμαχίας, συνέχισε να συμμετέχει σε ορισμένες δραστηριότητες και διατήρησε εκπροσώπηση σε βασικά όργανα, μεταξύ άλλων στη Στρατιωτική Επιτροπή.
Το πρόβλημα όμως ήταν στρατιωτικό. Και ιδιαίτερα στο Αιγαίο.
Το ΝΑΤΟ είχε δημιουργήσει από το 1952 τη διοίκηση LANDSOUTHEAST στη Σμύρνη, με περιοχή ευθύνης που περιλάμβανε την Ελλάδα και την Τουρκία. Η διοίκηση αυτή είχε σχεδιαστεί ακριβώς για την επιχειρησιακή διοίκηση ελληνικών και τουρκικών χερσαίων δυνάμεων σε περίπτωση πολέμου με αντίπαλο τη Σοβιετική Ένωση.
Μετά το 1974, η Ελλάδα αποσύρθηκε από αυτό το σύστημα. Και έτσι δημιουργήθηκε ένα κενό στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, την ίδια στιγμή που οι σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας είχαν φτάσει στο χειρότερο σημείο τους.
Το Αιγαίο Μετατρέπεται Σε Πρόβλημα Διοίκησης
Η ελληνική αποχώρηση δεν σήμαινε ότι ο Ελληνικός Στρατός, το Πολεμικό Ναυτικό και η Πολεμική Αεροπορία σταμάτησαν να λειτουργούν. Οι Ένοπλες Δυνάμεις παρέμειναν υπό ελληνική εθνική διοίκηση. Αυτό που χάθηκε ήταν η προηγούμενη ενσωμάτωση στον συμμαχικό μηχανισμό διοίκησης και σχεδιασμού.
Και το κενό αυτό είχε ιδιαίτερη σημασία στο Αιγαίο, όπου η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν πλέον αντικρουόμενες αντιλήψεις για το ποιος θα είχε επιχειρησιακή ευθύνη.
Οι διαπραγματεύσεις για την επιστροφή της Ελλάδας στη στρατιωτική δομή κράτησαν χρόνια. Το 1978 και το 1979 συζητήθηκαν διάφορες προτάσεις, με τον Αμερικανό στρατηγό Alexander Haig να προσπαθεί να βρει μια φόρμουλα που θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή και από Αθήνα και από Άγκυρα. Η Ελλάδα ζητούσε ουσιαστικά να αποκατασταθεί η προ του 1974 κατάσταση, ιδιαίτερα όσον αφορά την ευθύνη διοίκησης και ελέγχου στο Αιγαίο. Η Τουρκία, από την πλευρά της, αντιδρούσε σε μια επιστροφή που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναγνώριζε ελληνική επιχειρησιακή πρωτοκαθεδρία στο Αιγαίο.
Και εδώ βλέπουμε κάτι σημαντικό: το ΝΑΤΟ δεν μπορούσε απλώς να πει «επιστρέψτε όπως ήσασταν». Έπρεπε να βρεθεί μια νέα ισορροπία ανάμεσα σε δύο συμμάχους που ήταν ταυτόχρονα και στρατηγικοί αντίπαλοι.
Η τελική λύση συνδέθηκε με την πρόταση του Ανώτατου Συμμαχικού Διοικητή Ευρώπης, στρατηγού Bernard Rogers. Στις 20 Οκτωβρίου 1980 εγκρίθηκε η επανένταξη της Ελλάδας στην ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή και τον Δεκέμβριο το ΝΑΤΟ χαιρέτισε επίσημα την επανένταξη των ελληνικών δυνάμεων.
Δηλαδή, περίπου έξι χρόνια μετά την αποχώρηση, η Ελλάδα επέστρεψε.
Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να αγοράσει υποβρύχια από το Ισραήλ
Τι Κέρδισε Και Τι Έχασε Η Ελλάδα
Το ερώτημα είναι αν η κίνηση του 1974 πέτυχε τον σκοπό της.
Σε πολιτικό επίπεδο, έστειλε ένα εξαιρετικά ισχυρό μήνυμα. Η κυβέρνηση Καραμανλή έδειξε ότι δεν θεωρούσε δεδομένη τη συμμετοχή της Ελλάδας σε μια στρατιωτική δομή που, κατά την ελληνική αντίληψη, είχε αποτύχει να αποτρέψει την κυπριακή κρίση. Ήταν επίσης μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η εθνική κυριαρχία στη λήψη στρατιωτικών αποφάσεων.
Από στρατιωτικής πλευράς όμως, η εικόνα ήταν πολύ πιο σύνθετη.
Η Ελλάδα εξακολουθούσε να διαθέτει τις δικές της Ένοπλες Δυνάμεις, ενώ παρέμενε μέλος του ΝΑΤΟ. Δεν υπήρξε δηλαδή κάποιο μαγικό σημείο στο οποίο η χώρα έμεινε ξαφνικά χωρίς άμυνα. Και το σημαντικότερο: δεν ακολούθησε ελληνοτουρκικός πόλεμος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η αποχώρηση δεν είχε κόστος.
Η απουσία από την ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή περιόρισε την ελληνική συμμετοχή στον συμμαχικό αμυντικό σχεδιασμό και δημιούργησε μια κατάσταση στην οποία η Τουρκία μπορούσε να διεκδικεί μεγαλύτερο ρόλο στις νέες ρυθμίσεις διοίκησης του Αιγαίου. Αμερικανικά έγγραφα της εποχής δείχνουν ξεκάθαρα ότι η επανένταξη της Ελλάδας αποτελούσε δύσκολη διαπραγμάτευση ακριβώς επειδή Αθήνα και Άγκυρα διαφωνούσαν για τα όρια της επιχειρησιακής ευθύνης στο Αιγαίο.
Και τελικά, η Ελλάδα επέστρεψε στη στρατιωτική δομή το 1980.
Αυτό είναι ίσως και το πιο πικρό κομμάτι της ιστορίας.
Η χώρα αποχώρησε σε μια στιγμή τεράστιας εθνικής έντασης, αλλά έξι χρόνια αργότερα επέστρεψε χωρίς να έχει λυθεί το βασικό πρόβλημα που είχε οδηγήσει στην αποχώρηση: η ελληνοτουρκική αντιπαράθεση και η αδυναμία της Συμμαχίας να λειτουργήσει ως μηχανισμός επίλυσης των διαφορών ανάμεσα στα δύο μέλη της.
Η Ελλάδα δεν έφυγε πραγματικά από τη Δύση. Δεν εγκατέλειψε το ΝΑΤΟ. Δεν διέκοψε τη στρατιωτική της σχέση με τους συμμάχους. Αντίθετα, χρησιμοποίησε την αποχώρηση από την ολοκληρωμένη στρατιωτική δομή ως πολιτικό και στρατηγικό μήνυμα.
Και ίσως αυτό είναι το πραγματικό μάθημα του 1974.
Μια στρατιωτική συμμαχία μπορεί να προσφέρει τεράστιες δυνατότητες, αλλά δεν σημαίνει ότι θα λύσει αυτόματα τις διαφορές ανάμεσα σε δύο συμμάχους. Το ΝΑΤΟ σχεδιάστηκε κυρίως για την αντιμετώπιση εξωτερικής απειλής και όχι για να επιλύει τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Η Ελλάδα το έμαθε αυτό με τον δύσκολο τρόπο. Και όταν τελικά επέστρεψε στη στρατιωτική δομή το 1980, η πικρία της κυπριακής κρίσης παρέμενε.
Η ιστορία, λοιπόν, δεν είναι ότι «η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ». Η πραγματική ιστορία είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσα: η Ελλάδα παρέμεινε μέλος της Συμμαχίας, αλλά για έξι χρόνια αρνήθηκε να αφήσει τις Ένοπλες Δυνάμεις της μέσα στην ολοκληρωμένη στρατιωτική της δομή, σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιόδους του Ψυχρού Πολέμου.
Και τελικά, η απόφαση αυτή δεν οδήγησε σε πόλεμο με την Τουρκία, ούτε άλλαξε ριζικά τους συσχετισμούς. Άφησε όμως πίσω της ένα βαθύ στρατηγικό τραύμα: την αίσθηση ότι, όταν ήρθε η κρίσιμη στιγμή, η Ελλάδα έπρεπε τελικά να βασιστεί πρώτα στις δικές της δυνάμεις.