Το τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών, σε επίσημη ανάρτησή του στο δίκτυο Χ , διατύπωσε βαριές κατηγορίες εναντίον της Ελλάδας, επαναφέροντας στο προσκήνιο τα γεγονότα της Μικρασιατικής Εκστρατείας (1919-1922).
Η Άγκυρα δημοσιοποίησε έγγραφα και φωτογραφίες από τα αρχεία της, υποστηρίζοντας ότι το υλικό αυτό αποδεικνύει «συστηματικές και προμελετημένες σφαγές» αμάχων Τούρκων, καθώς και μια πολιτική «καμένης γης» κατά την υποχώρηση των ελληνικών δυνάμεων από τη Δυτική Ανατολία.
Η κίνηση αυτή συνέπεσε χρονικά με τις εκδηλώσεις στην Τουρκία για την επέτειο της κατάληψης της Σμύρνης, την οποία η Άγκυρα γιορτάζει ως «απελευθέρωση».
Η οξεία αυτή τουρκική ρητορική εντάσσεται στην πάγια τακτική της τουρκικής διπλωματίας να χρησιμοποιεί ιστορικά γεγονότα για την άσκηση πολιτικής πίεσης και την καλλιέργεια εθνικιστικού αφηγήματος στο εσωτερικό της χώρας.
Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί παραβλέπουν τη συστηματική Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των Ποντίων από το κεμαλικό καθεστώς, εστιάζοντας αποκλειστικά στις πολεμικές συγκρούσεις της περιόδου για να αντιστρέψουν τις ευθύνες των θηριωδιών.
Η σύνδεση που επιχειρεί η Άγκυρα ανάμεσα στο ιστορικό αφήγημα του 1919-1922 και τις σύγχρονες διεκδικήσεις της στο Αιγαίο αποτελεί κεντρικό πυλώνα της αναθεωρητικής της στρατηγικής. Η ρητορική αυτή δεν είναι απλώς μια ιστορική αναφορά, αλλά ένα εργαλείο γεωπολιτικής πίεσης που συνδέεται άμεσα με το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» και τις τουρκικές επιδιώξεις στην περιοχή.
Το τουρκικό ΥΠΕΞ επικαλείται το Άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάνης (1923) για να στηρίξει τις κατηγορίες περί καταστροφών από τον ελληνικό στρατό.
Παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως ιστορικό «εισβολέα» και «παραβάτη», η Άγκυρα επιχειρεί να αποδομήσει το ηθικό και νομικό βάρος των ελληνικών θέσεων στο Αιγαίο. Στόχος της είναι να δικαιολογήσει τη δική της αμφισβήτηση των
Η Άγκυρα χρησιμοποιεί τη ρητορική περί «θηριωδιών» για να παρουσιάσει την Τουρκία διαχρονικά ως το «θύμα» της ελληνικής επιθετικότητας.
Με τον τρόπο αυτό επιχειρεί να εξισώσει ή να σβήσει από την ιστορική μνήμη τη Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και των Ποντίων. Έτσι, νομιμοποιεί τη σημερινή επιθετική της διάταξη (π.χ. παραβιάσεις εναέριου χώρου, υπερπτήσεις) ως δήθεν «αμυντική» στάση απέναντι σε έναν μόνιμο ελληνικό κίνδυνο.
Η Τουρκία συνδέει το επιχείρημα ότι «ο ελληνικός στρατός χρησιμοποίησε τα νησιά ως ορμητήριο το 1919» με τη σημερινή της αξίωση για πλήρη αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.
Οι Τούρκοι ισχυρίζονατι ότι ένα εξοπλισμένο ελληνικό νησί αποτελεί απειλή για την ασφάλεια της Ανατολίας. Χρησιμοποιεί το παρελθόν για να πιέσει για απογύμνωση των ελληνικών αμυντικών υποδομών στο Αιγαίο.
Οι αναφορές στον «νικηφόρο πόλεμο κατά των Ελλήνων» υπό τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ λειτουργούν πάντα ως ισχυρό εργαλείο εσωτερικής εθνικιστικής συσπείρωσης στην Τουρκία.
Η καλλιέργεια ενός κλίματος «εθνικής απειλής» ή «ιστορικής δικαίωσης» στρέφει την κοινή γνώμη κατά της Ελλάδας, στηρίζοντας πολιτικά τις μονομερείς ενέργειες στο Αιγαίο (όπως η ανακήρυξη θαλάσσιων πάρκων σε αμφισβητούμενες ζώνες).