Φανταστείτε ένα μικρό πολεμικό πλοίο, μόλις λίγο πάνω από 50 μέτρα, να κινείται με περισσότερους από 30 κόμβους στο Αιγαίο, έχοντας απέναντί του ένα τουρκικό ερευνητικό σκάφος και πολεμικά πλοία συνοδείας. Και πίσω από αυτό το φαινομενικά μικρό σκάφος, να υπάρχει μία αποστολή που θα μπορούσε να πυροδοτήσει έναν γενικευμένο ελληνοτουρκικό πόλεμο: να σταματήσει το «Σισμίκ» και, εάν αυτό περνούσε στα ελληνικά χωρικά ύδατα, να το βυθίσει.
Η ιστορία αφορά μία από τις ελληνικές ΤΠΚ τύπου Combattante IIIB, οι οποίες αποτέλεσαν ένα από τα βασικά όπλα της ελληνικής ναυτικής αποτροπής στο Αιγαίο. Το πλοίο που συνδέεται με την ιστορία είναι το P-28 «Σημαιοφόρος Σιμιτζόπουλος», γνωστό και ως «Μπαλάκη».
Ποια είναι η «Γαλάζια Πατρίδα» και πώς απειλεί την Ελλάδα
Η Κρίση Του Σισμίκ Και Η Ελληνική Αντίδραση
Για να καταλάβουμε γιατί μία πυραυλάκατος είχε τόσο κρίσιμο ρόλο, πρέπει να επιστρέψουμε στον Μάρτιο του 1987. Η ελληνοτουρκική κρίση ξέσπασε γύρω από τις έρευνες για πετρέλαιο και τα δικαιώματα στην υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου, με επίκεντρο την περιοχή βόρεια της Θάσου. Η Τουρκία σχεδίαζε την έξοδο του «Σισμίκ-1» σε αμφισβητούμενες περιοχές, συνοδευόμενο από τουρκικά πολεμικά πλοία.
Στις 27 Μαρτίου η κατάσταση είχε φτάσει σε εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο. Οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις τέθηκαν σε πολεμική ετοιμότητα και σημαντικό τμήμα του ελληνικού Στόλου αναπτύχθηκε στο Αιγαίο. Ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε προειδοποιήσει ότι η Ελλάδα θα εμπόδιζε την τουρκική δραστηριότητα, ενώ από την τουρκική πλευρά υπήρχαν αντίστοιχες προειδοποιήσεις για στρατιωτική αντίδραση.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι ΤΠΚ είχαν έναν ιδιαίτερο ρόλο. Δεν ήταν σχεδιασμένες για να ανταγωνιστούν μία φρεγάτα σε ανοιχτή θάλασσα. Ήταν όμως ιδανικές για το Αιγαίο: μικρό εκτόπισμα, πολύ υψηλή ταχύτητα, μικρό ίχνος και δυνατότητα να κρυφτούν πίσω από νησιά και να εμφανιστούν ξαφνικά σε μικρές αποστάσεις.
Η συγκεκριμένη κλάση, μάλιστα, ήταν από τις πιο ενδιαφέρουσες επιλογές του ελληνικού Ναυτικού για εκείνη την εποχή. Οι έξι Combattante IIIB κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα, στα Ελληνικά Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, με βάση γαλλική σχεδίαση. Το P-28 «Σιμιτζόπουλος» εντάχθηκε σε υπηρεσία το 1981.
Πού εξαφανίστηκαν τα ελληνικά συστήματα αεράμυνας S-300
Η Combattante IIIB: Μικρή Σε Μέγεθος, Τεράστια Σε Ισχύ Πυρός
Το P-28 είχε μήκος περίπου 56,2 μέτρα, πλάτος 8 μέτρα και πλήρες εκτόπισμα περίπου 430 τόνους. Η πρόωσή του βασιζόταν σε τέσσερις πετρελαιοκινητήρες MTU 20V 538 TB91, συνολικής ισχύος περίπου 15.360 ίππων, οι οποίοι κινούσαν τέσσερις άξονες. Η μέγιστη ταχύτητα έφτανε περίπου τους 32,5 κόμβους.
Με απλά λόγια, μιλάμε για ένα πλοίο που μπορούσε να μετακινηθεί πολύ γρήγορα από μία περιοχή του Αιγαίου σε άλλη, να εκτελέσει επίθεση και στη συνέχεια να απομακρυνθεί ή να καλυφθεί μέσα στην ιδιαίτερη γεωγραφία του Αρχιπελάγους.
Και το σημαντικότερο ήταν ο οπλισμός του. Οι Combattante IIIB έφεραν δύο πυροβόλα OTO Melara των 76 χιλιοστών, δύο δίδυμα πυροβόλα των 30 χιλιοστών και έξι κατευθυνόμενα βλήματα επιφανείας-επιφανείας Penguin Mk 2. Υπήρχαν επίσης δύο τορπιλοσωλήνες για τορπίλες SST-4.
Εδώ υπάρχει μία κρίσιμη λεπτομέρεια για το 1987. Το P-28 δεν πρέπει να παρουσιάζεται ως πλοίο που τότε διέθετε Harpoon ή Exocet. Οι Combattante IIIB είχαν αρχικά ως κύριο αντιπλοϊκό όπλο τους έξι Penguin Mk 2 Mod 3, με αδρανειακή πλοήγηση και υπέρυθρη καθοδήγηση, ενώ οι Harpoon τοποθετήθηκαν σε μεταγενέστερες αναβαθμίσεις.
Ο Penguin ήταν ένα μικρότερο αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνο αντιπλοϊκό βλήμα για τα δεδομένα της εποχής, με εμβέλεια περίπου 27 χιλιομέτρων και πολεμική κεφαλή περίπου 120 κιλών.
Αυτό είναι σημαντικό γιατί δείχνει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο είχε σχεδιαστεί η ελληνική ναυτική άμυνα. Δεν χρειαζόταν η ΤΠΚ να σταθεί απέναντι από τα τουρκικά πολεμικά πλοία και να ανταλλάξει πυρά. Έπρεπε να εκμεταλλευτεί την ταχύτητα, το μικρό της μέγεθος, τα νησιά και την υψηλή συγκέντρωση πυρός σε μικρή απόσταση.
Η Αποστολή Και Το «ΒΥΘΙΖΟΥΜΕ»
Σύμφωνα με την αφήγηση που έχει δημοσιευτεί για το συγκεκριμένο πλοίο, στις 27 Μαρτίου 1987 η ΤΠΚ κλήθηκε επειγόντως στη Σαλαμίνα, όπου φορτώθηκε με επιπλέον πυρομαχικά και στη συνέχεια απέπλευσε για το βόρειο Αιγαίο. Το επόμενο κρίσιμο στάδιο ήταν η ανάπτυξη σε θέση από την οποία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το «Σισμίκ» και την τουρκική συνοδεία του.
Το ενδιαφέρον σημείο είναι οι κανόνες εμπλοκής που αποδίδονται στην αποστολή. Εάν το «Σισμίκ» εισερχόταν στα ελληνικά χωρικά ύδατα, η πρώτη ενέργεια θα ήταν προειδοποιητικές βολές από το πυροβόλο. Εάν το τουρκικό σκάφος συνέχιζε την πορεία του, τότε η κατάσταση θα περνούσε στο επόμενο επίπεδο και θα δινόταν η εντολή «ΒΥΘΙΖΟΥΜΕ».
Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε το πραγματικό στρατηγικό πλαίσιο. Η αποστολή μιας ΤΠΚ δεν ήταν απομονωμένη. Την ίδια στιγμή βρισκόταν σε εξέλιξη μία πολύ ευρύτερη κινητοποίηση του ελληνικού Στόλου και των Ενόπλων Δυνάμεων. Η Ελλάδα και η Τουρκία είχαν τεθεί σε συναγερμό και η κρίση είχε φτάσει στο σημείο όπου ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ πίεζαν τις δύο πλευρές να αποφύγουν τη σύγκρουση.
Τελικά, στις 28 Μαρτίου η κρίση αποκλιμακώθηκε. Ο Τουργκούτ Οζάλ ανακοίνωσε ότι το τουρκικό ερευνητικό σκάφος δεν θα προχωρούσε στις επίμαχες περιοχές, υπό την προϋπόθεση ότι και η Ελλάδα δεν θα προχωρούσε σε αντίστοιχες έρευνες. Το «Σισμίκ» παρέμεινε στα τουρκικά χωρικά ύδατα και ο πόλεμος αποφεύχθηκε.
Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο συμπέρασμα από την ιστορία. Η ΤΠΚ δεν χρειάστηκε τελικά να εκτοξεύσει ούτε έναν πύραυλο. Η πραγματική αξία της βρισκόταν στο γεγονός ότι ο αντίπαλος γνώριζε πως πίσω από μία μικρή, γρήγορη πυραυλάκατο υπήρχε ένας ολόκληρος μηχανισμός αποτροπής έτοιμος να περάσει από την προειδοποίηση στην πράξη.
Και αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος για τον οποίο οι Combattante IIIB είχαν τόσο μεγάλη σημασία για το ελληνικό Ναυτικό: δεν ήταν απλώς μικρά πολεμικά πλοία. Ήταν πλατφόρμες αιφνιδιασμού, σχεδιασμένες για να μετατρέπουν τη γεωγραφία του Αιγαίου σε πολλαπλασιαστή ισχύος.