Η Wall Street δεν έδειξε να αιφνιδιάζεται αρχικά από την απόφαση της Fed να αυξήσει τα επιτόκια για πρώτη φορά από το 2023. Οι τάσεις από νωρίς, κυρίως στην αγορά ομολόγων, έδειχναν ότι οι επενδυτές είχαν προεξοφλήσει μια άνοδο κατά 25 μονάδες βάσης. Αυτό, ωστόσο, που δεν περίμεναν ήταν ότι το dot plot θα στείλει σήμα για πιθανή δεύτερη αύξηση μέσα στη χρονιά και πως ο ίδιος ο Κέβιν Γουόρς θα εκπέμψει αυστηρή προειδοποίηση για τον επίμονο πληθωρισμό.
Έτσι, οι αρχικά συγκρατημένες κινήσεις της αγοράς μετατράπηκαν μέσα σε περίπου μία ώρα σε σημαντικές απώλειες. Ο Dow Jones έκανε βουτιά ύψους 1,21% στις 51.461 μονάδες και ο S&P 500 υποχώρησε 0,45% στις 7.551 μονάδες. Ο Nasdaq παρουσίασε καλύτερες αντιστάσεις με αποτέλεσμα να χάσει τελικά μόνο 0,01% στις 25.978 μονάδες.
Στην αγορά ομολόγων τα βραχυπρόθεσμα αμερικανικά ομόλογα δέχθηκαν τις ισχυρότερες πιέσεις, με την απόδοση του 2ετούς αμερικανικού ομολόγου να αυξάνεται περίπου 6 μονάδες βάσης στο 4,73%. Το 10ετές ανέβηκε και πάλι πάνω από το όριο του 5% στο 5,01%.
Άμεση ήταν και η ενδυνάμωση του αμερικανικού νομίσματος με τον δείκτη δολαρίου να εκτινάσσεται πάνω από το 100, στο 100,24, ήτοι στο υψηλότερο σημείο του από τα τέλη Ιουλίου.
Η Ομοσπονδιακή Επιτροπή Ανοικτής Αγοράς (FOMC) επιβεβαίωσε τα προγνωστικά της αγοράς ψηφίζοντας – και μάλιστα ομόφωνα – υπέρ της αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης. Έτσι το εύρος τους διαμορφώθηκε στο 3,75% με 4% από το προηγούμενο εύρος 3,50% με 3,75%.
Ωστόσο, το λεγόμενο «dot plot», ο πίνακας που χρησιμοποιεί η αμερικανική κεντρική τράπεζα για να σηματοδοτεί τις προοπτικές της σχετικά με την πορεία της νομισματικής πολιτικής έδειξε ότι η διάμεση εκτίμηση για το επιτόκιο ομοσπονδιακών κεφαλαίων στο τέλος του 2026 διαμορφώθηκε στο 4,1%, γεγονός που υποδηλώνει τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση επιτοκίων.
Συγκεκριμένα, όπως ανέφερε και η ανακοίνωση, οι 16 από τους 18 συμμετέχοντες αναμένουν ακόμη μία αύξηση επιτοκίων, πιθανότατα μέσα στη χρονιά. Ο ίδιος ο Κέβιν Γουόρς, όπως επιβεβαίωσε στη συνέντευξη Τύπου, συνέχισε να απέχει από τη διατύπωση μελλοντικής εκτίμησης. Όμως, δεν έκρυψε τις ανησυχίες του για τον πληθωρισμό, σημειώνοντας ότι πολλές κατηγορίες προϊόντων και υπηρεσιών εξακολουθούν να καταγράφουν ετήσιες αυξήσεις τιμών άνω του 3% σε ορίζοντα έξι και δώδεκα μηνών.
«Ο πληθωρισμός είναι πολύ υψηλός και έχει μείνει πολύ ψηλά για μεγάλο χρονικό διάστημα» επεσήμανε χαρακτηριστικά ο Γουόρς δημιουργώντας προβληματισμό στους επενδυτές.
«Η συζήτηση πλέον μετατοπίζεται από το αν θα υπάρξουν νέες αυξήσεις επιτοκίων στο πόσες αυξήσεις βρίσκονται μπροστά μας», δήλωσε η Σίμα Σαχ της Principal Asset Management, επισημαίνοντας ότι οι αξιωματούχοι πιθανότατα θα χρειαστεί να προχωρήσουν τουλάχιστον σε μία ακόμη αύξηση φέτος για να διατηρήσουν την αξιοπιστία τους.
Ανάλογη άποψη έσπευσαν ταχύτατα να εκφράσουν και έτεροι αναλυτές, εξηγώντας ότι η παραδοχή του συμβουλίου ότι ο πληθωρισμός δεν θα επανέλθει στο στόχο του 2% πριν το 2029, δείχνει ότι ο ανοδικός κύκλος των επιτοκίων μπορεί να διαρκέσει πολύ μεγαλύτερο διάστημα από ότι αναμενόταν.
Ο Κέι Χέιγκ της Goldman Sachs Asset Management αναθεώρησε ήδη την εκτίμηση του προβλέποντας μια δεύτερη αύξηση φέτος και μάλιστα το Δεκέμβριο. Υπογράμμισε δε, ότι το συμβούλιο θα αποφύγει τροποποιήσεις στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου, δεδομένου ότι αυτή πραγματοποιείται πολύ κοντά στις ενδιάμεσες εκλογές, οπότε θα επιλέξει να κρατήσει αποστάσεις από την πολιτική κόντρα.
Σε κάθε περίπτωση η στροφή της Fed βάζει τον ίδιο τον Γουόρς σε τροχιά σύγκρουσης με τον Ντόναλντ Τραμπ, που τον επέλεξε για τη θέση, δεδομένων των ισχυρών πιέσεων του Λευκού Οίκου για χαμηλότερα επιτόκια και τη διαμάχη που είχε «ανοίξει» με τον Τζερόμ Πάουελ για το θέμα.
Ο νυν πρόεδρος της Fed ρωτήθηκε για τις επαφές του με τον Αμερικανό πρόεδρο, αλλά αρνήθηκε να απαντήσει. Σιγή ιχθύος τήρησε σε πρώτη φάση και το Οβάλ Γραφείο, αν και ήδη νωρίτερα σύμβουλοι του Τραμπ είχαν υιοθετήσει σαφή αρνητική στάση απέναντι στην προοπτική αύξησης των επιτοκίων.
Σε επίπεδο μετοχών, οι κλάδοι που επηρεάζονται περισσότερο από τα ανοδικά επιτόκια δέχτηκαν τις μεγαλύτερες πιέσεις. Ειδικά οι τράπεζες κατέγραψαν τη χειρότερη επίδοση τους από τον περασμένο Φεβρουάριο με την Bank of America και την Wells Fargo να χάνουν κοντά στο 3%. Αναλόγως σημαντικές πιέσεις δέχτηκε η JPMorgan, η Goldman Sachs και η American Express.
Καλύτερες αντιστάσεις επέδειξε ο τεχνολογικός κλάδος, με ώθηση από το ράλι της Intel που ανέβηκε πάνω από 4% μετά τις πληροφορίες ότι βρίσκεται σε συνομιλίες με την νοτιοκορεατική SK Hynix για την κατασκευή ημιαγωγών στις ΗΠΑ, σύμφωνα με το